Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Περί τύχης

Εμένα η τύχη μου με αγαπάει πολύ αλλά αργεί να έρθει..
Έρχεται όταν πιά δεν τη χρειάζομαι..
Και κείνος ο από μηχανής Θεός πάντα όταν πέφτει η αυλαία
και αδειάζει η αίθουσα εμφανίζεται.
Έτσι έμμελε να γίνει και κείνο το καλοκαιρινό Σαββατόβραδο..
Μετά από μια κουραστική μέρα είπα το βράδυ
να κεράσω τα φιλαράκια…
Αφού φάγαμε και καλαμπουρίσαμε και γλεντήσαμε
τα πλήρωσα όλα και χαιρετηθήκαμε.
Φίλος είπε να με πάει με το αμάξι του στο σπίτι μου…
μα δεν το δέχτηκα…
-Άσε,του λέω,κράτησα κάτι κέρματα θα πάρω ένα εισητήριο
και θα πάω με το λεωφορείο.

Τσιγάρα είχα πήρα και ένα εισητήριο και στήθηκα στη στάση για το λεωφορείο. Λεωφορείο όμως όσο και αν περίμενα δεν περνούσε..
Ρωτάω το περίπτερά και μου λέει πως Σάββατο βράδυ τα δρομολόγια σταματάνε στις 11.
-Μάλιστα , λέω μέσα μου. Σκασίλα μου κοντά είμαι ούτε τρία τσιγάρα δρόμος δεν είναι.
Θα πάω με τα πόδια…

Ξεκίνησα το λοιπόν με τα πόδια και σιγοτραγουδόντας και καπνίζοντας και χαζεύοντας τις βιτρίνες και το φεγγαράκι που με οδηγούσε και σαν έφτασα ένα τετράγωνο πρίν το σπίτι μου, εκεί στο πεζοδρόμιο κάτω και όπως φώτιζε η λάμπα του δήμου κοιτάω και τι να δώ. ?
Το κοιτούσα, το ξανακοιτούσα και δεν πίστευα στα μάτια μου..
Ένα ολόκληρο ,γυαλιστερό πεντοχίλιαρο..
-Μπά, λέω , δε γίνεται.. Κάποια πλάκα μου στήνει η τύχη μου..Τώρα που έφτασα σπίτι και δεν το χρειάζομαι τώρα να βρώ πεντοχίλιαρο.. ? Θα σε φτιάξω εγώ..

Την επομένη τη Κυριακή το μεσημέρι
παίρνω τα φιλαράκια στο τηλέφωνο και τους λέω…
-Μάγκες το βράδυ κερνάω σουβλάκια και μπύρες .
-Πάλι εσύ , μου λένε..τί έγινε σου έπεσε το λαχείο ?
- Όχι δεν μου έπεσε το λαχείο , με βρήκε ένα πεντοχίλιαρο
και μου γαργαλάει τη τσέπη.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Δρόμοι σπαρμένοι με αίμα..

Η αρχή.

Η απελευθέρωση του Ελληνικού έθνους βρήκε τους Γριτζελαίους
στη σκλαβωμένη ακόμη περιοχή της χώρας.
Τα χειμερινά λιβάδια τους ήταν στη περιοχή της Άρτας.
Όταν όμως πήγαν οι φοροεισπράχτορες να πάρουν του φόρους αυτοί όχι μόνο αρνήθηκαν
να πληρώσουν αλλά και τους επιτέθηκαν μαζί με τους τσοπάνηδες ,
τους σκότωσαν και πήραν και όλους τους φόρους που είχαν στα ζώα φορτωμένους.

Μετά τα δυο αδέρφια οι Γριτζελαίοι, πήραν από δυο ζώα και τους φόρους που αρπαξαν
από τους τούρκους φοροεισπράχτορες και ρίχτηκαν στις κατηφοριές των Αγράφων.
Ο ένας έπεσε στη ρεματιά του Πηνειού
και βγήκε κατά τη Θεσαλία και δεν είναι γνωστή η τύχη του.
Αλλά επειδή ξαναβρέθηκε σε τουρκοκρατούμενη περιοχή
ίσως να άλλαξε και το επώνυμο του.
Ο άλλος,ο Γιάννης ,έπεσε στις απόκρημνες χαράδρες του Αχελώου,
βγήκε στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος
και σταμάτησε στο χωριό Παλιοκατούνα, σήμερα Λεσίνι.
Έτος περίπου 1829.

Ο Γιάννης ο Γριτζελιάς στο νέο τόπο που εγκαταστάθηκε ,
φορτωμένος με τούρκικα γρόσια
αγόρασε πολλά χωράφια καμπήσια του Αχελώου,
καλοπαντρεύτηκε και απόκτησε οχτώ παιδιά.

Ο Χρήστος ένα από τα παιδιά του Γιάννη ήταν και ο βοσκός .
Ένα βράδυ ο Χρήστος κεί που φύλαγε τα πρόβατα στο λιβάδι του ,
δέχτηκε επίθεση από τους ληστοκαραγκούνηδες του Ταγιάντα.
Έπιασε μάχη με τους ληστές
και μάλιστα τραυμάτισε και ένα σοβαρά .
Οι ληστές αναγκάστηκαν να πάρουν το λαβωμένο,
που έσκουζε ασταμάτητα και χάλαγε ο κόσμος και να φύγουν.
Στη μάχη πάνω όμως είχαν προλάβει και είχαν σκοτώσει τα τρία τσοπανόσκυλα
 του Χρήστου και έμεινε ο Χρήστος
χωρίς τους άγρυπνους φρουρούς του.
Οι ληστές εκμεταλευόμενοι το χαμό των σκυλιών,
επιστρέφουν ένα βράδυ και όπως ο Χρήστος είχε αποκοιμηθεί
στη καλύβα του, ορμούν και τον απαγάγουν.
Ύστερα από μέρες ειδοποιούν το πατέρα του ,
το Γιάννη το Γριτζελιά να τους στείλει λύτρα.

Ο πατέρας στέλνει τα λύτρα με τον μεσολαβητή,
μα αντί να του δώσουν το γιό του ζωντανό,
του παραδίδουν το πτώμα του μέσα σε τσουβάλι.
Ο μεσολαβητής που φαίνεται να γνώριζε τους ληστές,
παραπονέθηκε για τούτο, μα οι ληστές του είπαν πως πέθανε
από το αλώνισμα που τον υποχρέωναν να κάνει πατώντας
πάνω στα παλιούρια { πολύ αιχμηρά αγκάθια }.

Λίγες μέρες όμως μετά τον άδικο χαμό του Χρήστου
έπρεπε να γίνει και ο γάμος της αδερφής του, της Χρυσαφένιας,
που είχε από καιρό οριστεί και δεν έπαιρνε αναβολή.
Για τούτο δόθηκε μια συμφωνημένη λύση μεταξύ των οικογενειών ,γαμπρού και νύφης.
Μιας και ο γάμος δεν έπαιρνε αναβολή να γίνει ο γάμος ,
μα τη νύφη λόγω του πένθους να μη τη βαλουν να χορέψει
στο καθιερωμένο χορό.

Οι Γριτζελαίοι πήγαν στο μυστήριο του γάμου σιωπηλοί
και μετά κλείστηκαν στο σπίτι τους και στη λύπη τους.
Αλλά ο πεθερός τη νύφης ένα παιδί είχε μοναχά και ήθελε να κάνει καλό γάμο
για τούτο και έβαλε τα όργανα να παίξουν
και να χορέψει η νύφη το τραγούδι της.

Οι Γριτζελαίοι μόλις άκουσαν τα όργανα να παίζουν
το τραγούδι της νύφης, η πίκρα τους και η στεναχώρια τους
{ άλλα είχαν συμφωνήσει και άλλα γινόντουσαν }
ξεχείλισε και έγινε οργή.
Άρπαξαν με μιας τα όπλα και και χωρίς να πούνε λέξη μεταξύ τους
τράβηξαν κατά το σπίτι του γαμπρού.
Μόλις τους είδαν οι καλεσμένοι και οι οργανοπαίχτες αρματωμένους,
μαρμάρωσαν πραγματικά,βουβάθηκαν.
Τα όργανα σταμάτησαν , ο χορός κοκκάλωσε
και η νύφη έτρεξε μέσα στο σπίτι και κάθισε σε μια γωνιά.

Οι Γριτζελαίοι τράβηξαν στα ίσα μέσα, χωρίς να μιλίσουν
σε κανέναν και άρπαξαν τη νύφη για να τη πάρουν.
Η νύφη όμως τραβήχτηκε από τα χέρια τους και τους είπε..
''Εσείς με βγάλατε από το σπίτι νύφη.Εγώ δε γυρίζω πίσω.
Ζωντανή δε με παίρνετε. Πεθαμένη ναι''
Στη αποφασιστική άρνηση της νύφης, οι Γριτζελαίοι,την άφησαν
και έφυγαν κατακόκκινοι από την όργή τους.
Έγινε σούσουρο μεγάλο και αντηχούσε η φράση σε όλο το χωριό απ’άκρη σ’ άκρη ..
‘’Οι Γριτζελαίο πήγαν να πάρουν τη νύφη πίσω’’

Όταν η ατμόσφαιρα άρχισε να ξεπαγώνει δειλά δειλά
και το γλέντι άρχισε ξανά να φουντώνει η θαρραλέα Χρυσαφένια ,
η νύφη, επισφράγισε τη ρήση λέγοντας.
‘’Δεν δίνουν τη νύφη και τη παίρνουν πίσω’’

Και όπως συνιθίζει να λέει ο θυμόσοφος λαός μας
και έλεγε και ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου..
Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς
και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους.
...

Το τέλος

O Νίκος Γριτζελιάς {1849 }, ο παπούς μου,
γιός του Γιάννη Γριτζελιά{1807} που πρώτος εγκαταστάθηκε στο χωριό μας στα 1829
έφερε και το παρατσούκλι Αναγνώστης.

Αναγνώστης γιατί είχε σκοπό να γίνει παπάς,
αλλά η επιθυμία του αυτή δεν εκπληρώθηκε ποτέ γιατί πρόλαβε
να γίνει εξομολογητής των κοριτσιών στο κρεβάτι του έρωτα.
Τα κορίτσια του χωριού μόλις έμαθαν
πως θα γίνει παπάς έπεφταν στα πόδια του.

Έτσι ο ερωτικός βίος του Νίκου τον απομάκρυνε
από την ιεροσύνη και ο Νίκος έμεινε Αναγνώστης
και παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά.
Το Μήτσο{1882} τη Γαρουφαλιά{1896}
και τον Ανδρέα{1899} το πατέρα μου.

Ο Μήτσος ο πρώτος, νεαρός ερωτεύτηκε μια κοπελιά και το είπε στο γκαρδιακό του φίλο
χωρίς να ξέρει ότι ο φίλος του είναι ξάδερφος της κοπελιάς από τη πλευρά της μάνας του.
Μόλις ο Μήτσος είπε στο φίλο του για τον έρωτα του ,
ο φίλος του το φοβέριξε να μην τολμήσει να πειράξει
τη ξαδέρφη του και από κείνη τη στιγμή χάλασε και η φιλία τους.

Ο Μήτσος όμως θολωμένος από τον έρωτα του αποφάσισε να λύσει μια και καλή το για κείνον πρόβλημα. Έστησε καρτέρι στο φίλο του την ώρα που κείνος πήγαινε στο αλώνι με το άλογο του φορτωμένο καλαμπόκες και πάνω στο καυγά τον σκότωσε.

Από κείνη τη στιγμή του φονικού άρχισε για το Μήτσο
μια περιπετειώδη και δραματική ζωή.
Στην αρχή κρύφτηκε στη λογγώδη περιοχή του χωριού
που ήταν πραγματική ζούγκλα
και τον τροφοδοτούσαν συγγενικά του πρόσωπα.
Τα αποσπάσματα όμως που τον αναζητούσαν επίμονα,
πιέζοντας τους συγγενείς,
τον ανάγκασαν να καταφύγει σε τούρκικο έδαφος
στα μέρη της Άρτας και τι ειρωνία!!
Στα μέρη εκείνα από όπου είχε φύγει κυνηγημένος ο παπούς του
αφού είχε σκοτώσει τους τούρκους φοροεισπράχτορες
που ήρθαν για να πάρουν φόρους.
Από κεί κατέληξε στη Σμύρνη όπου έπιασε δουλειά
σαν γκαρσόνι σε ένα τουρκοκαφενέ.
Ο καφενές ήταν από τους μεγαλύτερους της Σμύρνης
για τούτο είχε και πολύ προσωπικό.
Ο τούρκος όμως το αφεντικό, άγνωστο για πιο λόγο,
καθυστερούσε τους μισθούς στα γκαρσόνια και κείνα
αγανακτούσαν και συζητούσαν μεταξύ τους το πρόβλημα.
Τότε ο Μήτσος ανάλαβε να αξιώσει εκείνος τη πληρωμή τους.

Έτσι ένα βράδυ, όταν ο καφενές άδειασε από πελάτες
ο Μήτσος απαίτησε από το αφεντικό τα λεφτά τους,
τα χεωστούμενα,τα μεροκάματα τους.
Πάνω στη φιλονικία όμως ο τουρκαφέντης τράβηξε τη πιστόλα
να σκοτώσει το Μήτσο.
Μά ο Μήτσος πιο νέος, πιο σβέλτος και νευρώδης που ήταν τότε
με ένα καρεκλοπόδαρο που κουβαλούσε σκόπιμα μαζί του πρόλαβε και κατάφερε
χτύπημα στο αφεντικό πρίν εκείνος πατήσει τη σκανδάλη και τον σκότωσε.
Έτσι συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή.
Λίγο πρίν τη δίκη που θα τον έστελνε σίγουρα στη κρεμάλα,
ένας προύχοντας Έλληνας που έπινε το καφέ του στο καφενέ
και είχε συμπαθήσει το Μήτσο,
δωροδόκησε τους δεσμοφύλακες και ο Μήτσος δραπέτευσε.
Μα τώρα τον κυνηγούσαν και Ρωμιοί και Τούρκοι
και δεν είχε τόπο να σταθεί.
Με τη βοήθεια και πάλι του Έλληνα προύχοντα μπαίνει σε ένα καράβι
και γυρίζει πίσω στο χωριό του προσβλέποντας
στη βοήθεια συγγενών και φίλων
και ελπίζοντας να έχει ξεχαστεί το πρώτο του φονικό.

Η παρουσία του όμως, έγινε αμέσως γνωστή και έτσι με πλαστό διαβατήριο
στο όνομα ενός ξαδέρφου του που είχε απαλλαγή στράτευσης
παίρνει και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς
και έφυγε για την Αίγυπτο.
Φτάνοντας στη Αλεξάνδρεια έπιασε δουλειά σε ένα ελληνικό καφενέ.
Στη συνέχεια ,πάντα με πλαστό όνομα και επώνυμο,
απόκτησε δικό του μεγάλο καφενέ στο λιμάνι,
έκανε μεγάλη περιουσία,παντρεύτηκε μα δεν έκανε παιδιά.

Όταν πέθανε η γυναίκα του ,αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα
και για τούτο πούλησε τη περιουσία του που ήταν πολλά ακίνητα
και τρείς χιλιάδες στρέματα χωράφια, μα ήταν πιά αργά.
Τον πρόλαβε η Αιγυπτιακή επανάσταση και του δήμευσαν
ότι περιουσιακό στοιχείο είχε.
Έτσι απόμεινε στη Αίγυπτο όπου και πέθανε.

Ετσι κλείσαν και οι τρείς γεννιές δρόμοι,
δρόμοι σπαρμένοι με αίμα,
που άρχισαν από την Άρτα,
φτάσανε στο Μεσολόγγι, ξαναγύρισαν στην Αρτα,
πήγαν αντίκρυ στο Αιγαίο, στη Σμύρνη,
ήρθαν ξανά στη Ελλάδα και κατέληξαν στην Αίγυπτο.


* Περιληπτική μεταφορά απο το βιβλίο του Θόδωρου Ταμπούρα
που αναφέρεται στο γεννεολογικό δέντρο του χωριού μου
και στα σημαντηκότερα γεγονότα κάθε οικογενείας
''Χωριό το Οδυσσέα"

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Ο κούρος

Με χαρά θυμάμαι τη γιορτή του κούρου.
'Ηταν το κάτι άλλο  ,φανταστικά όμορφο.
Είχαμε κοπάδια , πρόβατα και κατσίκια
και ο πατέρας μου διατηρούσε φιλίες και τις τιμούσε
με τσελιγκάδες που ερχόντουσαν στα μέρη μας να ξεχειμωνιάσουν.
Λίγο πρίν το καλοκαίρι και οι τεσλιγκάδεςμε τα κοπάδια τους  
φύγουν για τα ορεινά γινόνταν ο κούρος.

Ψηλά πάνω απο το χωριό σ'ενα πλάτωμα ,
καταπράσινο απο το φρέσκο χορτάρι ,
ίδιος κεντημένος καμβάς με χιλιάδες λουλούδια και λογής χρώματα,
και τριγύρω ελιές  πανήψυλες και πουρνάρια ,
απο νωρίς  ,άγρια χαράματα, μαζευόμασταν όλοι.
Κοπάδια ζωντανά ατέλειωτα.
Τσελιγκάδες με τις φαμίλιες τους , με τις κόρες τους
και τις κυράδες με τις φορεσιές τις λαμπρινές
και με τα παληκάρια καβάλα στα αλογά τους
και ξωπίσω τα τσοπανόσκυλα.

Ο ερχομός τους και τα καλωσορισματά τους, με τα χωρατά τους ,
οι παιδικές φωνές απο τα κουτσούβελα σαν και μένα ,
τα γαυγίσματα , τα βελάσματα και τα κουδουνίσματα,
αντηχούσαν στη πλαγιά κι' έφταναν ως κάτω.
-Ορε  ..σήμερα  έχει  κούρο  ο Μπάρμπα Αντρέας.

Στη άκρη  κάτω απ'τις ελιές ,στον ίσκιο,
έστρωναν οι κυράδες και οι κόρες
τα καλούδια τους, πάνω σε στρωσίδια υφαντά.
Πίτες και γλυκά και μεζέδες και κρασιά κα οι σούβλες  παραδίπλα  
να γυρνάνε τα σφαχτάρια ,για νάναι όλα έτοιμα οταν θα τέλειωνε ο κούρος.
Για το γλέντι, για το φαγοπότι, για το χορό, για το τραγούδι.

Ερχόντανε το σούρουπο ,άρχιζε η μέρα να γέρνει , 
τα  κλαρίνα βραχνιάζανε κι' έφτανε η ώρα του αποχωρισμού,
πάλι με φωνές και πειράγματα και με ευχές ,αληθινές ,γνήσιες..
-Άντε  και του χρόνου ..καλό αντάμωμα..

Στήν αυγή της ζωής μου ,στα μικράτα μου, πρόλαβα έναν άλλο κόσμο,
που παλεύει ακόμη, να κρατήσει μια πιθαμή γης με χορτάρι,
με μυρουδιές κι'αρώματα και σημεία αναφοράς .
Σαν την ελιά μας τη πανήψυλη, τη γέρικη, με το πλατύ τον ίσκιο,
που παραφυλούσε άγρυπνη ,πάνω απο΄το σπιτικό μας ,
εκεί που άρχισα ,τα μεσημέρια παρέα με το τζίτζικα,
να πιάνω μολύβι και χαρτί , για να παω σχολείο και τα είχα όλλα έτοιμα
και τσάντα και τετράδια και μολύβια ..

σημ...Απόσπασμα απο το.. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Μικροί καιροί μεγάλες λεύκες

Μικροί καιροί. Mίκρυναν ακόμη και οι μέρες του καλοκαιριού .
Τα καφενεία ερήμωναν νωρίς , μόλις σουρούπωνε
Οι δρόμοι άδειαζαν και μόνο καληνύχτες άκουγες.
Δυνατές ,στεντόρειες σαν να ήθελαν να δηλωθούν.
-να τώρα πάμε σπίτι.
Ακόμη και τα ζωντανά ένοιωθαν τη μαυρίλα
Μεταβολίστηκαν . Αλλάξανε το βιολογικό τους κύκλο.
Ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού και βοσκούσαν
και πριν σουρουπώσει σταυλίζονταν , αφού
ποιος νοικοκύρης τολμούσε να μπει αργά στο χωριό .
...
Η Χούντα μια επταετία ολάκερη,
κατάργησε κάθε ανθρώπινο και δημοκρατικό δικαίωμα.
Λογόκρινε, στιγμάτιζε, παραπληροφορούσε.
Βίαζε σάρκες και ψυχές.
Φίμωσε τον ανθό της διανόησης
της προσφοράς, της κοινωνικής αλληλεγγύης
και στέρησε χρόνια, ανάπτυξης και πολιτισμού.
Κείνα τά χρόνια δεν θυμάμαι αν χαιρόμουν.
Θυμάμαι μόνο μια μελαγχολία και μια μοναξιά.
...
Μόνον οι λεύκες, οι λεύκες στην ακροποταμιά του Αχελώου,
ψήλωναν και καμάρωναν, στολισμένες με τις αηδονοφωλιές τους,
κρεμασμένες στο πιο ψηλό κι‘ ακριανό κλαδί .
Eκεί αντάμα με τα αηδόνια, τα μεσημέρια,
παίρνοντας παραμάσχαλα τα μολύβια και τα χαρτιά μου,
τσοπανόπουλο, αφού μικρό παιδί, δεν μπορούσα να προσφέρω αλλού
γαλήνευα τη ψυχή μου, τραγουδώντας, χωρίς κανείς να με ακούει,
αφού αγέρας έπαιρνε τη λαλιά μου.
Κι‘ ο ποταμός, ο φίλος μου ποταμός,
ο άπονος, ο ληστρικός, ο ορμητικός,
που έντυσε στα μαύρα μανάδες,
με άφηνε να τον ακούω και να τον ζυγώνω.
Μα ποτέ δεν του έκλεψα σταγόνα, όσο κι‘ αν διψούσα.
...
Κρατούσα πάντα την ορμήνια της μάνας.
Αν βρέχει ποτέ κάτω από δέντρο.
Αν διψάς ποτέ για νερό στον Παλιοπόταμο.
....
Σημ..απόσπασμα απο το.. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Τα χρόνια μου τα παιδικά


Τα πρώτα χρόνια μου, τα παιδικά ,
τα θυμάμαι όπως θέλω εγώ,αποσπασματικά.

Ένα παγωτό , μια πορτοκαλάδα,
τις μέρες της κάψας ,του καλοκαιριού
ήταν πάντα καλοδεχούμενα , μα που να τα βείς
και ποιός να στα δώσει, χωρίς μια δραχμή στη τσέπη.
Τα χρέη του σπιτιού , είχαν φτάσει στα ύψη.
Τα χρόνια της αρώστιας του πατέρα ,
ρουφήξανε το όποιο μεδούλι είχε μείνει καί τώρα..
Η μάνα στην Αθήνα , στους γιατρούς.

Οί τιμές για τα ζωντανά ,το γάλα,το μαλλί
βυθισμένες στο Δέλτα του Αχελώου.
Η σοδειά αν δεν έμενε απούλητη,
έφευγε , χάνονταν στα χρέη. 
Η τράπεζα άρπαζε πρώτη τους τόκους και το μερίδιο της
κι' έμεναν οι φαμίλιες να φυτοζωούν.
Τι κι' αν είχαν ζωντανά και στρέματα.
Τι κι' αν δούλευαν ολημερίς.
Μια τράπεζα  ολοστρόγγυλη , που ιδρύθηκε με τα λεφτά μας,
σαν συμμορία και με του κράτους  τη βούλα
και με το κλεπτεπώνυμο Φίλη του Αγρότη,
ρουφούσε,άρπαζε, εκμαύλιζε, λεηλατούσε
κι' έπρωχνε στην αστυφιλία και τη μετανάστευση
ότι πιο δημιουργικό, ότι πιο παραγωγικό ,
διέθετε τούτος το τόπος . Τα νιάτα..

Τα πιτσιρίκια ,εμείς, ψάξαμε ,δασκαλευτήκαμε,
βρήκαμε το τρόπο μας  .
Με ένα κουβαδάκι στο χέρι ,σπυρί,σπυρί,
μαζεύαμε τα φασόλια που άφηνε η αλωνιστική μηχανή
και τα πουλούσαμε στο μπακάλη.
Ακόμα μαζεύοντας αλουμίνια και σίδερα
που τα δίναμε στους γύφτους.
Μα και τις πρόκες ακόμα που βρίσκαμε στις οικοδομές ,
τις ισιώναμε και τις πουλούσαμε.
Ίδια μυρμήγκια , ξυπόλητα και γυμνά.
Η πατούσα μας δεν έιχε μήτε φτέρνα ,
μήτε πιθαμή Αχίλειο και αν πατούσμε καμία πρόκα ,
μόνοι μας, με μια σανίδα, βαρούσαμε 
να βγεί το αίμα το μολυσμένο
και κατουρούσαμε τη πληγή.

Σημ..απόσπασμα  απο το ...ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ  ΔΡΟΜΟΙ

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Δημήτρη...!!

Δεν ανησυχούσα μήπως δεν έρθει και δεν καιγόμουνα κιόλας.
Άλλωστε το προηγούμενο βράδι γνωριστήκαμε σε ενα μπαράκι
και δεν είχα απαιτήσεις.
Τι κι΄αν φιλιθήκαμε και μούδωσε το λόγο της
κι' άλλες μου δώσαν όρκους και φιλιά και τις περιμένω ακόμα.

Μα τούτη η μικρή { τι μικρή δηλαδή..γυναικάρα με τα όλα της..
απορώ και γω πως τη ψάρεψα }
είχα μια ελπίδα πως θαρθεί και πράγματι ήρθε.
Όλο νάζι και χάρη και η φωνούλα της όπως την άκουσα καθαρά
χωρίς τη βραχνάδα της νύχτας ,με ξάφνιασε.

Είπαμε,τόσο όμορφη μέρα που ήταν, αρχές καλοκαιριού,
να πάμε για κανένα μπάνιο.
Ξεκινήσαμε λοιπόν.Εγώ δεν οδηγούσα ,ούτε και ήξερα να οδηγώ
και δεν είχα και αμάξι.
Οδηγούσε εκείνη και ήρθε όπως μου είπε με το μικρό αμάξι της οικογένειας.

Η παραλία δεν είχε κόσμο, μπορώ να πω πως ήταν σχεδόν άδεια ,
ίσως γιατί ήταν ακριβή ,μα ήταν καθαρή και το προσωπικό της φιλόξενο.
Αφου βολευτήκαμε, εγω κάτω απο την ομπρέλα στον ίσκιο
και κείνη στον ήλιο απλωμένη , πασαλειμένη στα λάδια ,
εγω να καπνίζω και να απολαμβάνω κρυφά τις καμπύλες της
και κείνη να ξεφυλίζει ενα κουτσομπολίστικο περιοδικό,
σε λίγο ακούστηκε η φωνούλα της ,η ναζιάρικη , η τσιριχτή.

-Δημήτρη να σε ρωτήσω κάτι ?
-Ορίστε
-Θα βλεπόμαστε και το χειμώνα ?
-Τι πράμα ?
-Να μωρέ εδω γράφει πως οι έρωτες του καλοκαιριού
κρατάνε συνήθως πολύ λίγο για τούτο σε ρωτάω.
-Μα εμείς......
-Τι εμείς ?
-Μα μείς ακόμα δε σμίξαμε..
-Τι δε σμίξαμε ..
-Δε σμίξαμε ..πως το λένε ..
-Δεν έχουμε κάνει ακόμα σεξ ?

Ωχ.. κεραμίδα ήρθε κατακέφαλα ,σβουριχτή και τι λένε τώρα ?
Καλά το ψιθύριζα απο χθές μέσα μου, μα δεν με άφηναν
τα μεγάφωνα του μπαρ να το ακούσω.
Γκομενάρα ναι, μα κάτι πανω της δε μου κολάει.
Ίσως ο τρόπος που μιλάει, δε ξέρω και αυτός ο ήλιος που βαράει αλύπητα ,
σίγουρα κάποιο κομμάτι απο τη φαιά της ουσία θα εχει κάψει, δε γίνεται αλλιώς
και πρίν προλάβω να συνέρθω, ήρθε και δεύτερη.

-Πάμε μου λέει και σηκώθηκε αμέσως πάνω
-Που να πάμε ?
-Να κάνουμε σεξ
-Που πως ?
-Εκεί στη καφετέρεια

Ελα Θεέ μου ,τι λέει τώρα το πλάσμα , μα αφου με τραβούσε επίμονα ,
την ακολούθησα.
Στη διαδρομή, σχεδόν συνομωτικά, αλλά άνετα,απλά ,γαργαλιστικά ,
μου εξήγησε το σχέδιο της και φτάνοντας μου είπε.

-Εκεί ..σε κείνον πήγαινε ..

Πλησίασα το γκαρσόνι , με τρακ πολύ και αφού έχωσα στη τσέπη του
ενα πανηντάευρο,του ψιθύρισα το αίτημα μας
Δε ξαφνιάστηκε ,μόνο κύταξε την Αργυρώ που έστεκε παράμερα
χαμογέλασε και έβαλε στη παλάμη μου το κλειδί

-Εκεί στα WC του προσωπικού μου είπε .

Προχωρήσαμε αθόρυβα ,διακριτικά
και αφου γύρισα δυο φορές το κλειδί στη πόρτα
αφέθηκα στα χέρια της .
Εκείνη με βαριές ανάσες , σαν ιέρεια, σαν σκηνοθέτης ,
κανονίζοντας τέλεια τις γωνίες λήψης,
και ζουμάροντας και αλάζοντας τα πλάνα ξανά κα ξανά με κορύφωσε.

Στο γυρισμό ξανά η φωνούλα της , ξανά τα ίδια .
-Λοιπόν Δημήτρη τι λές τώρα θα βλεπόμαστε και το χειμώνα ?
-Αργυρούλα μου,ασε να περάσει το καλοκαίρι και βλέπουμε για το χειμώνα.
-Α..δε ξέρεις εσυ.
-Τι να ξερω ?
-Αύριο φεύγουμε
-Ποιός φεύγει ..?
-Η οικογένεια μου, όλλοι ,πάμε στο νησί..
-Και πότε γυρνάτε ?
-Μετά το καλοκάιρι..
-Καλά ο πατέρας σου δεν δουλεύει ?
-Δουλεύει απο το σπίτι μας στο νησι
-Και τι δουλειά κάνει ?
-Είναι αντιπρόεδρος στην OMIKRON BANK

Όπααα..νάτα μας.. για τούτο φαγώθηκε να μου μιλά για χειμώνες ..

-Εεε Δημήτρη ..δεν μου απάντησες ..
-Ενα λεπτό σε παρακαλώ Αργυρούλα μου θα σου απαντήσω .
Πρώτα όμως πες μου κάτι. Πως ήξερες πως το γκαρσόνι θα μας άφηνε
κα μάλιστα θα μας έδινε και το κλειδί ?
-Έτσι το ήξερα ,λοιπόν τι λές θα βλεπόμαστε και το χειμώνα ..?

Δε δίστασα καθολου. Την αγκάλιασα τρυφερά,
τη φίλισα γλυκά στο λαιμουδάκι της
και της ψιθύρισα σιγανά στ' αυτί, χωρίς να ντρέπομαι για το ψέμα μου.

-Ναι Αργυρούλα μου.. Θα σε περιμένω, θα βλεπόμαστε και το χειμώνα.

Τελικά είναι αλήθεια.
Της αμμουδιάς οι έρωτες κρατούν μονάχα μια μέρα.

Ο κύριος Καμπριολέ

Κείνο το καλοκαίρι είχα κατέβει και γώ στο χωριό
 κι' έμεινα λίγο παραπάνω αφού το μπορούσα
μόνο και μόνο για  το πανηγύρι της Παναγιάς.
Το πανηγύρι είναι η αλήθεια ήταν η αφορμή.
Πιό πολύ ήθελα να δω τους φίλους μου , τους συμμαθητές μου ,
που έιχαμε χρόνια να βρεθούμε.
Η γενιά μου , οι πιο πολλοί δηλαδή.
είχαμε σκορπίσει στα τέσσερα σημεία
και η μόνη πηγή που μια στάλα θύμιση μπορούμε να πιούμε και να ξεδιψάσουμε
είναι το χωριό και τι καλύτερο το πανηγύρι της Παναγιάς.
Εκεί για να ανταμώσεις δε χρειάζεται ιδιαίτερη συννενόηση κα τηλέφωνα.
Σε βρίσκουν και τους βρίσκεις όλλους.
Φτάσαμε λοιπόν και αφού βρήκαμε χώρο να βολέψουμε το αμάξι,
στρώσαμε τα συμπράγκαλα μας , αριστερά στο έμπα του μοναστηριού.
Αφού  χαιρετηθήκαμε και είπαμε τα χρόνια πολλά με τους γείτονες, εγώ ξαμολύθηκα.

Βρήκα το Πάνο, το Λάκη,την Αγγελική, τη Χρυσούλα ,την Αφροδίτη,
το Χρήστο και λέγαμε και λέγαμε .
Χωρίζαμε και ξαναβρισκόμασταν.Θυμόμασταν και γελάγαμε.
Σβήναμε και ξαναγράφαμε διευθύνσεις και τηλέφωνα .
Ρώταγες για τον έναν.
-Ήρθε  μωρέ  ..τον είδε κανείς?
-Ήρθε τον είδα εγώ ,πάω να του το πω..
Συμφωνήσαμε  λοιπόν , αφού φάμε μια μπουκιά με τους δικούς μας ,
να βρεθούμε μετά στα δεξιά , στο ένα μαγαζί με τα όργανα.

Γύρισα στο πόστο μου και αφού τσίμπισα λίγη προβατίνα στη χόβολη ,
που είχε φτιάξει ο αδερφός μας, ο Νικόλας, ξανά στο φευγιό .
- που πας μωρέ  ?..πετάχτηκε η αδερφή μας ..
- εσύ κάτσε εδω με τις θειάδες  ..εγώ πάω.
-σε ψάχνει ο Μάκης.
-ο Μάκης ?
-ναι τι σου λέω ..
-τώρα το λές ?
-άμα τόλεγα νωρίτερα δε θάβαζες μπουκιά στο στόμα σου.
- ξέρεις  που θάμαι ..πες του άμα ξανάρθει ..θα με βρεί εκεί.
Δε χρειάστηκε όμως , ο Μάκης  , ο βαφτισιμιός μας ,ήταν εκεί, έτοιμος
με το τραπέζι στρωμένο και με ποτά και με ποτήρια.
-εδω θα κάτσουμε , μου λέει, λίγο μετά θα πάμε απέναντι  κι' έπειτα βλέπουμε.
- ρε Χρήστο τι λέει ?
-θα κάτσουμε λίγο εδω, μετά στα άλλα κλαρίνα  κι ' άμα γυρίσει η ώρα θα δείς.
-τι να δω μωρέ ?
- γκόμενες ωραίες . μπόλικες τι νομίζεις , τόνισε με τόνο σαφή και ξεκάθαρο ο Μάκης..
-ρε Χρήστο τι λέει τούτος , φέρανε και γυναίκες εδω?
- όχι μωρέ ...να ήρθε κέινος που λέει το καμπριολέ , ξέρεις κείνο τα σαχλοτράγουδο
κι' εφερε και μπαλέτο μαζί του..
-πού ?
-απο τη πάνω μεριά
-γι' αυτό δεν ακούω τίποτα ?
- δεν αρχίσανε ακόμη
-και πότε προβλέπεται ?
-άμα ..τέλος πάντων . άμα οι γυναίκες πάνε στα κελιά τους.
--χαααααα. ρεμάλια δε παίζεστε.  μπαλέτο μωρέ σε μοναστήρι ?
-εμείς ? τι φτάιμε εμείς... άλλοι κάνουνε κουμάντο..

Σε λίγο η παρέα μας μεγάλωσε αρκετά .
Αρχίσανε όμως τα τσιφτετέλια και τα ψιλοπαρατάγουδα και φύγαμε .
Πήγαμε απέναντι στα άλλα όργανα να βρούμε και άλλους μα και κει τα ίδια.
Τέλος καταλήξαμε στο κύριο Καμπριολέ.

Το θέαμα ? Άλλο να το λες και άλλο να το βλέπεις .
Μια εξέδρα , ενα ψευτοσκηνικό της πλάκας ,
ο κύριος καμπριολέ στη μέση , να κουνιέται και να σείεται
και τριγύρω του κοριτσόπουλα σαν τα κρύα τα νερά
και σαν απο ταινία του Δαλιανίδη.
Τρία τέσσερα τραγούδια της σειράς κι' έπειτα ξανά μανά το σουξέ του.
Πόσες φορές είπε τούτο το έρμο το τραγουδάκι, ούτε και ο Θεός δε θα πρόλαβε να μετρήσει.

Βέβαια κανείς δε άκουγε τα τραγουδάκια.
Όλλοι το μπαλέτο χαβαλεδιάζαμε , τα κοριτσόπουλα , τις γκόμενες.
Η αλήθεια είναι πως για τούτο πήγαμε .
Για το χαβαλέ , για τη πλάκα.

Σέ λίγο εμφανίστηκαν και οι γυναίκες. Σιγά μη δεν έρχονταν.
Μας έβρισαν, μα είπαν λιμάριδες και γουρούνια , που όλο τις γκόμενες μπανίζαμε
μα ευτυχώς νυστάξανε νωρίς και αποχωρήσανε.

Κάποια στιγμή έγινε και το διάλειμα και ο Μάκης τινάχτηκε επάνω.
-πάμε ...μου λέει..
-που ρε Μάκη ?
-η λεγάμενη πάει στη τουαλέτα.
-ποιά αυτή που μπάνιζες  ? ωραία και τι θα της πούμε ?
- κάτι θα βρούμε .
Στη δρόμο του εξήγησα , οτι άδικος κόπος θα είναι.
Αυτές γυρνάνε απο πανηγύρι σε πανηγύρι και βλέπουν και ακούνε πολλά
- εκτός αν πάμε απο το σωστό μονοπάτι , του λέω, τότες κάτι μπορεί να βγεί.
- σωστό μονοπάτι ?
-ναι  ..θα δείς..

Όταν  φτάσαμε εντοπίσαμε αμέσως το στόχο.
Βάζω δήθεν αθώα το πόδι μου έξω απο τη πόρτα, ανοίγει εκείνη,
τραβιέμαι εγώ σαν ξαφνιασμένος και αρχίζει το ψηστήρι.
-έχετε σπουδάσει κλασικό μπαλέτο   εεε?
-πως το καταλάβατε ? , απαντάει με καμάρι ..
-αυτοί που ξέρουν το καταλαβάινουν αμέσως.
άλλλωστε αυτή είναι η δουλειά μου. Αντζέντης είμαι.
- μάλιστα ..χαίρομαι που σας γνωρίζω..
- και γω και αν θέλετε δώστε τα στοιχεία σας στο συνεργάτη μου και θα σας τηλεφωνήσει.
Μάκη κράτησε σε παρακαλώ τα στοιχεία της κυρίας , είπα με στόμφο και απομακρύνθηκα.
Τώρα ήταν η σειρά του Μάκη..

Στο γυρισμό τον ρωτάω..
- εντάξει ..πήρες αυτό που ήθελες ?
- εγώ πηρα αυτό που ήθελα , μα δε μου λες κάτι ?
-ορίστε ?
- αυτό ήταν το σωστό μονοπάτι , τα ψέμματα που είπαμε ?
- άκου και οι δυο μας έπαμε ψέμματα και γώ που το άρχισα και συ  σαν συνεργάτης
και πιο πολύ εσύ γιατί εσυ θα το συνεχίσεις κιόλας. Τι λέ τώρα  ?
- τίποτα άστο .. χαχαχαχα. άκου σωστό μονοπάτι..  πλάκα είχε..

Την επομένη το μεσημέρι, αραχτοί κάτω απο τη μουριά , με τα φραπεδάκια μας
κρυφογελάγαμε με τα σχόλια που ακούγαμε
και το κυριότερο το ερώτημα που πλανιόνταν ?
-Ρε σεις ..έβγαλε κανένας κανένα γκομενάκι ..η τζάμπα πήγανε τα φράγκα μας ?

Απαγορεύονται οι σπόροι

Τα δυο μου ανίψια, τα πρώτα λέμε ,
γιατί έχω πολλά ζωή νάχουνε
και τώρα και εγγόνια απο κείνα ''''
Τα πρώτα  μου ανίψια λοιπόν , δεν έχουν και μεγάλη διαφορά ηλικίας απο μένα.
Μα τότες η διαφορά φάνταζε κι'  ήταν στα μάτια τους , μεγάλη, 
αφού εγώ δούλευα και είχα το δικό μου σπιτικό.
Μεταξύ τους ποτέ δε μονοιάσανε.
Πάντα τσακωνόντουσαν .
Πότε για τα παιχνίδια τους , πότε για το χαρτζιλίκι .
Σαν δυο κριάρια που τροχάνε τα κέρατα τους ,
πάντα βρίσκανε ενα λόγο να μαλώνουν.
Θυμάμαι όμως ακόμα τώρα  και γελάω , 
τη πλάκα που έστησε ο μεγάλος στο μικρό.
Ο  Αντωνάκης ,στο Χρηστάκη.

Ενα κυριακάτικο απόγευμα είπανε να πάνε σινεμά
και τους έδωσα τα χρειαζούμενα.
Ο μεγάλος όμως δεν ήθελε το μικρό μαζί του.
Εκείνος ήταν ο μεγάλος και ο άλλος ,ο μικρός , ο σπόρος.
Έτσι φώναζε ο Αντωνάκης ,το Χρηστάκη
και ας ήταν μόνο δυο τα χρόνια που τους χώριζαν.
Ώρα γκρινιάζανε και αποτέλεσμα δεν έβγαινε.
-Αν δεν πάτε μαζί , τους είπα , χαρτζιλίκι δεν έχει
και αναγκαστικά  συμφώνησαν..

Δεν είχαν περάσει είκοσι λεπτά , απο την ώρα που έφυγαν
και ο Χρηστάκης γύρισε κλαμένος .
Μουσκεμένος στο δάκρυα.
Μου πήρε ώρα να τον σταματήσω να κλαίει,
να μου εξηγήσει τι συνέβη και γύρισε πίσω.
Όταν επιτέλους έμαθα λύθηκα στα γέλια ,
με τη πονηράδα του μεγάλου
και τη πλάκα που έστησε στο μικρό.
Όπως είπαμε ο μεγάλος φώναζε το μικρό σπόρο
και τούτο ήρθε και έδεσε κείνο το όμορφο χειμωνιάτικο απόγευμα.

Στο σινεμά της γειτονιάς , γαι να αποτρέψουν   
να τρώνε οι πιτσιρικάδες  μέσα στη αίθουσα
πασατέμπους και λιόσπορους , αφου είχανε μπα'ι'λντίσει οι άνθρωποι
κάθε τρείς και λίγο να σκουπίζουν,
είχαν αναρτήσει στη είσοδο μία πινακίδα που έγραφε .
ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ  ΟΙ  ΣΠΟΡΟΙ  ΕΝΤΟΣ  ΤΗΣ  ΑΙΘΟΥΣΗΣ

Όταν φτάσανε τη βλέπει ο μεγάλος και γυρνά και λέει στο μικρό.
-Να σπόρε ..για σένα το γράφει,απαγορεύεται να μπείς , άντε γυρνα σπίτι.
Ο μικρός , βλέποντας το, σου λέει για να το γράφει για μένα θάναι
και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Από τότε κάθε Χριστούγεννα, απόγευμα, ανήμερα της γιορτής του ,
πηγαίναμε μαζί σινεμά , οι δυο μας και μόνο.
Έτσι του έταξα , για να σταματήσει το κλάμα
και το τηρήσαμε για χρόνια πολλά,
σαν παράδοση σαν κάτι δικό μας.

Το πέρασμα της αγελάδας

Παραμονές ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων για τις πανελλήνιες εξετάσεις
και σε μια μικρή  επαρχιακή πόλη  ο ήρωας μας, ο Αλέξανδρος ,   
φορτωμένος την αγωνία του και θέλοντας να ξεσκάσει λίγο,
πέρνει το ημιφορτηγάκι του γείτονα του  και πατέρα της κοπελιάς του,
που ηταν ξεκλείδωτο, όπως συνηθίζεται στις μικρές κοινωνίες, να πάει μια βόλτα

Κατά κακή του τύχη και θέλοντας να αποφύγει
ένα παππού με το μοτοποδήλατο του,
που ερχόνταν απέναντι, καταμεσής και ατσούμπαλα
πέφτει πάνω σε μια αγελάδα ,
τη στιγμη που εκείνη διέσχιζε γαλήνια το στενό  επαρχιακό δρόμο

Τραυματίζει την αγελάδα , στραπατσάρει το αμάξι , τρομάζει , το εγκαταλείπει
και τρέχει να κρυφτεί και κείνο που σκέφτηκε να κάνει κείνη τη ώρα,
είναι να τηλεφωνήσει στη κοπελιά του.
Η κοπελιά του και οι φίλοι του τρέχουν αμέσως στη κρυψώνα του.
να τον στηρίξουν και να βρούν αν το μπορούν μια λύση.
Το νέο όμως  μαθεύεται γρήγορα από τον παραλίγο μακαρίτη  παππού
και έτσι αρχίζει  ένα ιδιότυπο  δικαστήριο   στο καφενείο της πλατείας
με πρωτοβουλία του δημάρχου.

Εν τω μεταξύ, την αγελάδα, χωρίς να γνωρίζει ο ήρωας μας,
ο χασάπης πρόλαβε και την έσφαξε  πρίν ψοφήσει ,
πούλησε το κρέα της και ο  ιδιοκτήτης της μάλιστα
εισέπραξε  κάποιο ποσόν  που όμως δεν του αρκεί.

Ο γείτονας ζητάει τα λεφτά για τη ζημιά που έπαθε το φορτηγάκι του..
Ο γελαδάρης ζητάει τα λεφτά που πιστεύει εκείνος ότι άξιζε η αγελάδα του και
Ο αστυνόμος ζητάει να συληφθεί ο Αλέξανδρος
για κλοπή, για παράβαση του Κ.Ο.Κ και για φθορά ξένης περιουσίας..

Σκούρα τα πράγματα για τον ήρωα μας .
Αλήθεια πως θα μπορέσει να απεμπλακεί από τη τόσο δύσκολη θέση?
Να μην το λένε κλέφτη, να μη μαυρίσει το μητρώο του ,
να μη γελούν πίσω από τη πλάτη του ?
Έκανε ένα λάθος , ναι το παραδέχεται, πρέπει τώρα να τον στήσουν στο τοίχο ?   

Τι θέση θα πάρει ο δήμαρχος ?
Ο παππάς τι θα πεί ?
Ο λυκειάρχης θα μιλήσει ?
Ποιος θα δώσει τη λύση και ποια θα είναι αυτή ?

Εσείς τι λέτε ?
...........

Ας πάμε λοιπόν στο ζουμί... έκλεψε ο ήρωάς μας το αμάξι ?
Οχι.. το δανείστηκε όπως συμβάινει συχνά στην επαρχία και μάλιστα το είχε ξαναπάρει,
όπως μπορεί να βεβαιώσουν και οι αρχές  του τόπου, ο παππάς και ο λυκειάρχης..
Ως γειτονόπουλο μάλιστα βοηθούσε και στις δουλιές τον γείτονα
και ήξερε να οδηγεί αφού στο δικό του αμάξι έμαθε { δεν είχε δικό του}
και  μπόρεσε κιόλας να αποφύγει θανατηφόρο ατύχημα.

Δεν είχε δίπλωμα οδήγησης.. ? καλά σιγά το πράμα  όλοι στην επαρχία
απο πιτσιρίκια οδηγούνκαι εν πάσει περιπτώσει σε λίγους μήνες
θα έβγαζε νόμιμα το δίπλωμά του αφού η ηλικία του σίμωνε.
μη ξεχνάμε είχε τελειώσει το λύκειο και περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Ο γείτονας ? πρέπει να πάρει αποζημείωση για τη ζημιά που έγινε στο φορτηγάκι του ?
Πως να τολμήσει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο οταν ο όδιος το είχε ξαναδώσει και εν πάσει
περιπτώσει ας είχε κλειδώσει το όχημα του γιατί μπορεί στα χέρια ανηλίκου να γίνει όργανο ατυχήματος.
Αμέλεια του λοιπόν.  Επικίνδυνη αμέλεια , ως να αφήνεις ενα πιστόλι γεμάτο πάνω στο τραπέζι.

Ο γελαδάρης ? Ο γελαδάρης έκανε παράνομη συνναλαγή με το χασάπη,
αφού χωρίς άδεια κτηνιάτρου σφάξανε την αγελάδα
και πήρε  παράνομα και μαύρα οτι λεφτά μπόρεσε να πάρει
και ακόμη με την  αμέλεια του και κείνος ,
αφήνοντας αδέσποτα να τριγυρνούν τα γελάδια του , προκάλεσε τροχαίο ατύχημα.
Αλλά και για πιο ατύχημα μιλάμε , αφού η αγελάδα σφάχτηκε και πουλήθηκε
και τώρα που μιλάμε δεν έχει μείνει ούτε κοκκαλάκι.

Ο Δήμαρχος  τι θέλει? Ηρεμία θέλει και να τα έχει καλά με όλους αφού και κείνος
δεν είχε σηματοδοτήσει το δρόμο με πινακίδες οτι απο κεί περνάνε ζώα.

Ο παππούς με το μοτοποδήλατο ? Αυτός ήτανε μάρτυρας τα είδε όλλα.
Σιγά το μάρτυρα ..ένας γέρος που δεν βλέπει,
για τούτο και πήγαινε καταμεσής του δρόμου
για να αποφύγει τις λακούβες
και που στην ηλικία του δεν θα έπρεπε να οδηγεί και ποιός να τον πιστέψει.

Υπάρχει και άλλος να το βεβαιώσει ?
Μόνος τα λέει απο το μυαλό του τα έβγαλε .Γιατί  ..

Είς μάρτυς ..ουδείς μάρτυς.
Νομικόν θέσφατον..

Και ζήσαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα.

Η Ψηλή Παναγιά

-Αν είναι καλός ο καιρός θ'ανέβουμε είπα
-Κι' αν δεν είναι πατέρα ?
-Έβαλε νοτιά δε βλέπεις ?
-Νοτιά έβαλε... μα τι να κάνουμε..
-Δε ξέρω ..ρώτα τη μάννα σου
-Εγώ πάντως θέλω ν'ανέβουμε.
-Χοροστάσι είναι μωρέ ,βαστάνε θαρρείς τα γόνατα μου ν' ανέβω εκεί πάνω?
-Και στα ρύζια που τσαλαβουτάς τόσα χρόνια μέχρι το γόνατο
εκεί σε βαστάνε τα ποδάρια σου ..?
-'Ακου γιέ μου ..πάρε τη ξαδερφούλα σου κι' ανέβα..άσε με μένανε
-Θ' ανεβούμε μαζί,αλλιώς μοναχός δεν ανεβαίνω
-Ορέ μπελά που βάλαμε..
-Αλήθεια πατέρα γιατί το λένε χοροστάσι.?
-ξέρω και γώ..επειδή είναι πλάτωμα...

πήγε κι' η Παναγιά κι' έστησε καραούλι
εκεί πάνω κι' ετσι το βρήκαμε κι' έτσι κάνουμε
κι'ανεβαίνουμε,κάθε χρόνο,να ανάψουμε ενα κεράκι
-Και τη λένε Ψηλή Παναγιά ?
-Ε πως αλλιώς να τη πούνε ..αφού είναι ψηλά στη κορυφή του βουνού ?
να δες την καμαρώνει..
-Και κάθε μέρα η Παναγιά είναι κει πάνω ?
-Και που να πάει ?
-Ξέρω γώ,να φύγει να πάει κι' αλλού αμα το θελήσει ..
-Δε μου λές ορέ χαμένο ..έφυγε ποτές η μάννα σου ?
-Όχι ..
- Ε τότες ...πως να φύγει η Παναγιά ?
σημ.. Ο διάλογος τούτος δεν είναι φανταστικός....

Μια γιορτή { Μέρες μεταπολίτευσης }

Στα  χρόνια μου τα μαθητικά, στο Λύκειο ,στο νυχτερινό σχολείο που πήγαινα,
μετά απο πολλές εντάσεις και διαμαρτυρίες
πετύχαμε στις Εθνικές  γιορτές να  έχουμε εμείς οι ίδιοι , οι μαθητές ,το πρώτο λόγο.
Το ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου  τότες ακόμη δεν τον είχανε στις  μαθητικές εκδηλώσεις
και κάθε οργανωμένη προσπάθεια για γιορτασμό ήταν ''παράνομη''
και οι απουσίες μας αδικαιολόγητες.
Κείνη τη χρονιά όμως , εμείς είπαμε θα κάνουμε
γιορτή /εκδήλωση και οτι θέλει ας γίνει.
Το ανακοινώσαμε στους καθηγητές μας και συμφωνήσαμε
οτι αν δημιουργηθεί θέμα θα πούνε οτι κάναμε κατάληψη ..
Όμως ούτε κατάληψη θέλαμε να κάνουμε,ούτε κάποια φασαρία.
Εμείς θέλαμε απλά να τιμήσουμε τη μέρα κείνη και τίποτε άλλο.
Αφού βρέθηκε η λύση εμείς να φανούμε καταληψίες και να κάνουμε τη γιορτή μας
και οι καθηγητές να είναι καλυμένοι, μάλιστα συμφωνήσαμε οτι για καλό και για κακό
αν χρειαστεί θα περαστούν και απουσίες,στρωθήκαμε στη δουλειά.
Στήσαμε χορωδία, επιλέξαμε τραγούδια ,είπαμε ποιός θα εκφωνήσει το λόγο,
διαλέξαμε ποιήματα, στολίσαμε την αίθουσα,ορίσαμε περιφρούρηση ..
και φάνταζαν τότες όλα τούτα στα μάτια μας σαν κάτι τρανό, μεγάλο, επαναστατικό.

Την επιμέλεια όλων ,των κειμένων ,των τραγουδιών
και των ποιημάτων την αναθέσαμε στο Σταύρο το Σ.
Ο Σταύρος πέρα απο καλός μαθητής και καλό φίλος
είχε μια  ευγένεια και μια αισθητική που ξεχώριζε απ' όλους μας.
Είχε όμως και μεγάλο ταλέντο στην απαγγελία.
Μέ φωνή σταθερή , με άρθρωση πολύ καλή και με συναίσθημα .
Ποιός άλλος θα μπορούσε να αναλάβει την επιμέλεια πέρα απο το Σταύρο ?
Τρείς μέρες πρίν τη γιορτή , ήμουνα στη χορωδία ,
όταν ήρθε και με βρήκε ο Σταύρος..
-Σε  θέλω , μου λέει και με τράβηξε παράμερα.
-Τι είναι Σταύρο ?
-Όλα καλά , μου λέει .. αλλά να ..
-Τι είναι  ..υπάρχει πρόβλήμα ?
-Πρόβλημα όχι ακριβώς
- Λέγε ρε Σταύρο
-Εγω τι θα πω ..τι θα απαγγείλω ?
- Πλάκα μου κάνεις ..δε βρήκες ενα ποίημα να το πείς εσυ ?
- Οτι βρήκα και μου άρεσε το ανέθεσα ..για μένα δε κράτησα τίποτα.
- Ψάξε και βρες ..σιγά  τι έγινε..
- Σκέφτηκα να βρω κάτι άλλο . να μην έχει ακουστεί..κάτι δικό μας .
- Τι να σου πω  βρες  ..εσυ ξέρεις καλύτερα..
- Δε μου λές το δικό σου το τελείωσες ?

Εγώ τότε , βαθειά γοητευμένος απο το Διονύσιο Σολωμό,
δυό χρόνια καταγινόμουνα στα χνάρια του Εθνικού Ύμνου
να γράψω κάτι δικό μου για το Πολυτεχνείο ..
Έγραφα , μα λίγοι ξέραν οτι γράφω και σιγά το πράμα .
Η μισή Ελλάδα , γράφει,μα ποιός διαβάζει είναι το ζητούμενο.

- Πινελιές  έχω να κάνω ακόμα , του λέω , γιατί ?
- Το δικό σου θα πω ,μου λέει .
- Είσαι σοβαρός ?
- Γιατί ? σκέφτηκα μάλιστα να το ξέρουμε μόνο λίγοι .
δεν θα αναφέρουμε το όνομα σου
μπορείς να το έχεις έτοιμο τουλάχιστον δυο ώρες πριν τη γιορτή ?
-Εγώ μπορώ, αλλά στο λέω, εσύ θα γίνεις ρεζίλι
 κι' επειτα αν μετά σε ρωτήσουν,τίνος είναι, που το βρήκες ,τι θα πείς ?
- Άστο σε μένα..τέλειωσε το εσύ και άστα τα άλλα πάνω μου .

Δυο βράδια στρώθηκα στη δουλειά και αφού μάλιστα 
είχα και λόγο να το τελειώσω, ρίχτηκα με τα  μούτρα.
Μόνο τσιγάρα και καφέδες έπινα .
Ποιός να το πίστευε ότι ο Σταύρος διάλεξε κάτι δικό μου να πεί..
έστω κι' αν δε μαθευόντανε τίνος έιναι,μένα η χαρά μου ήταν μεγάλη.

Το παρέδωσα στο Σταύρο το απογευματάκι ,πολύ πρίν την ώρα που είχαμε πεί.
-Πάμε δίπλα, μου λέει, εγώ θα διαβάζω,
εσύ θα μου απαντάς μονάχα σε ότι σε ρωτάω..
Θέλω να μπω στο πετσί σου, να τρυπώσω στο μυααλό σου.

Η φωνή του Σταύρου ακόμα και τώρα με συγκλονίζει
όταν θέλει να πεί κάτι σοβαρό, όταν θέλει κάτι σημαντικό να τονίσει .
-Εδώ, μου λέει, σε θέλω και διέκοψε την ανάγνωση ..
πές μου τι θες να πείς ? Γράφεις ...διαβάζω..

''Τί του θεούς τούτη την ώρα
 σκληρά κι' αυτούς δέρνει η μπόρα
γυναίκα μόνο μπορεί να σπέρνει
σπόρους ζωής κι' όταν πεθαίνει''

- Φιλαράκι,του λέω, τα παιδιά εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο,
 ήταν παιδιά σαν και μας. Ούτε θεάς παιδιά ήταν ,ούτε υπερήρωες.
- Εντάξει  μου αρκεί..κατάλαβα.

Η ομάδα περιφρούρησης το βράδυ πριν αρχίσει η γιορτή
μας ενημερώνει οτι δε τρέχει κανένας λόγος
ανησυχίας και πως οι καθηγητές μας θα θέλανε να είναι μέσα.
-Και πως θα το κανονίσουμε αν κάποιος ρωτήσει? τι θα πούμε ?
-Τίποτα απλά κάνουμε τη γιορτή μας
και οι καθηγητές μπήκαν να δουν απο κοντά τι συμβαίνει ..
-Ωραία ανοίξτε τις πόρτες ..δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε ..

Ήταν η γιορτή μας , ήταν οι δάσκαλοι μας μαζί ,
ήταν ο φόρος τιμής και της νιότης μας
που καταθέσαμε κείνο το βράδυ.
Ο Σταύρος ,είχε πέρα απο αισθητική,ευγένεια και γνώση
μα και στόφα ηγέτη.

Η μοιρασιά

Tρεις άντρες μαζευτήκανε δυο γιοί , δυο πατεράδες
Για να μοιράσουν τις ελιές και στάρι τρεις οκάδες
Φωνάξαν τις νοικοκυρές ,δυο κόρες δυο μάνες
Κρασί να φέρουν κόκκινο , τέσσερις νταμιζάνες.


ΓΙΟΣ -πατέρα λέω φέτος να μην αρχίσουμε τις μοιρασιές ,
μαζί τα έχουμε όλα έτσι κι αλλιώς
τι να καθόμαστε τώρα να τα μοιράζουμε ...

ΠΑΤΕΡΑΣ - και πως θα γίνει παιδί μου ? κάθε χρόνο έτσι κάνουμε ..
εσύ παίρνεις τα δικά σου για το σπιτικό σου
και γω με τη μάννα σου ότι μας πρέπει ..

ΓΙΟΣ- .να έλεγα αφού εγώ έχω μεγάλο σπίτι και κατώι με χώρο πολύ
να στείλουμε το στάρι να το αλέσουμε ,
να πάμε και στο λιοτρίβι τις ελιές να βγάλουμε το λάδι,
να τα βάλω εγώ στο κατώι μου
και σεις να έρχεστε να παίρνετε όποτε θέλετε ότι χρειάζεστε.
Ετσι θα βλέπετε και τα εγγόνια σας και μεις εσάς ..

ΕΓΓΟΝΟΣ . ναι παππού έτσι είναι καλύτερα .

ΓΙΟΣ .....σώπα συ γιε μου ασε να μιλίσουμε εγω κι’ ο παππούς

ΠΑΤΕΡΑΣ .. τα παιδιά σου γιε μου δόξα το θεό ξεπετάχτηκαν πια
μπορούνε μόνα τους νάρθουν να μας δουν

ΓΙΟΣ .....πατέρα ξέρεις πως είναι τα παιδιά σήμερα κι’ έπειτα έχουν και σχολείο,
διαβάσματα, φροντιστήρια..

ΠΑΤΕΡΑΣ... εσένα παιδί μου το σπίτι σου είναι στην άλλη άκρη του χωριού
μπορούμε μεις γέροι άνθρωποι να ερχόμαστε κάθε τρεις και λίγο ?

ΓΙΟΣ..πατέρα καλό θα σας κάνει το περπάτημα ..
και στη καρδιά και στα άλατα το είπε και ο γιατρός
για τούτο σας λέω τι τις θέλουμε τώρα τις μοιρασιές

ΠΑΤΕΡΑΣ ..τι να πω παιδί μου .να δω τι θα πει και μάννα σου..
κυρα Μαριώ για ελάτε μέσα ..
πες και στη νύφη μας και στην εγγονή μας νάρθουν

ΠΑΤΕΡΑΣ .. για ελάτε δω κυράδες μου. ακούτε τι λέει ο γιος μου από δω

ΜΑΝΑ.......τι λέει καλέ τι έγινε ?

ΓΙΟΣ .....τίποτα ρε μάννα να λέω για να σας βλέπουμε
και να μας βλέπετε και σεις πιο συχνά
να αφήσουμε φέτος τις μοιρασιές ,
να τα φυλάξω εγώ και σεις νάρχεστε να παίρνετε
όποτε θέλετε όσο θέλετε

ΜΑΝΑ…. και γιατί γιόκα μου αυτό ..
κάθε χρόνο έτσι κάνουμε τι άλλαξε φέτος ?

ΝΥΦΗ …ναι καλέ μάνα.. ωραίο θάναι να ερχόσαστε και σεις στο σπίτι μας

ΕΓΓΟΝΗ …ναι καλέ γιαγιά.. παππού τι λες και συ ..?

ΠΑΤΕΡΑΣ …τι να πω παιδί μου εγώ..

ΜΑΝΑ .. παιδιά μου είναι τόσος δρόμος θα είναι κούραση για μας

ΓΙΟΣ… μάννα το είπα και στο πατέρα πρέπει να περπατάτε το είπε κι’ γιατρός

ΜΑΝΑ …και άμα βρέχει παιδί μου και γω θέλω αλεύρι και λάδι

ΓΙΟΣ …..βρε πατέρα πες τη και συ …θα βρέχει , θα βρέχει …
κάποια στιγμή θα σταματήσει,τι στο καλό όλη μέρα βρέχει ?

ΠΑΤΕΡΑΣ …καλά και το καλοκαίρι με τόση ζέστη ..
μπορούμε εμείς να περπατάμε με το ήλιο ντάλα ?

ΕΓΓΟΝΟΣ....γιατί με τον ήλιο παππού ελάτε το πρωί με τη δροσσούλα .
ελάτε όταν αρχίσει και γέρνει ο ήλιος ..να διαβάζουμε και μαζί

ΕΓΓΟΝΗ…ναι παππού να μας λες και κείνες τις ιστορίες

ΝΥΦΗ …έλα καλέ πατέρα δες πόσο σας αγαπούν τα παιδιά

ΠΑΤΕΡΑΣ .μπορώ εγώ παιδιά μου μετά από τόσο δρόμο
νάχω δύναμη για διαβάσματα και ιστορίες ..
άλλο εδώ .εδώ κάθομαι και σας περιμένω…δε περπατάω

ΓΙΟΣ .αυτό είναι πατέρα .δε περπατάτε καθόλου
και τούτο στο λέω δεν είναι καλό ..

ΠΑΤΕΡΑΣ... κι άμα παιδί μου δεν είστε σπίτι και δεν σας βρούμε εκεί ..

ΓΙΟΣ..θα παίρνετε τηλέφωνο πρώτα πατέρα ..

ΜΑΝΑ …κι άν είστε στις δουλειές σας στα χωράφια ?

ΓΙΟΣ ..κάποια στιγμή θα γυρίσουμε .. έλα βρε μάννα ...
όλη μέρα στα χωράφια θάμαστε ?

ΠΑΤΕΡΑΣ....κι άμα πάτε στη πόλη ,άμα πάτε ταξίδι ..
 που θα σας βρούμε εμείς ..?

ΓΙΟΣ…τι λες πατέρα στη πόλη θα μείνουμε ?
θα γυρίσουμε.. σας αφήνουμε εμείς ..
κι έπειτα είναι και και το άλλο..
ΜΑΝΑ.. τι άλλο ?

ΓΙΟΣ .. μάννα το ξέρεις πολύ καλά ...το κατώι σας εδώ έχει πιάσει υγρασία.. μούχλα..
χρόνια το λέω …το αλεύρι θα σκουληκιάσει

ΠΑΤΕΡΑΣ...Το λοιπόν αν κατάλαβα καλά γιε μου όλη η κουβέντα είναι για να περπατάμε
να μη σκουριάσουμε και για να μη σκουληκιάσει το αλεύρι ?

ΓΙΟΣ …ακριβώς το είπαμε καλό θα σας κάνει το περπάτημα .. λοιπόν τι λέτε? .

ΠΑΤΕΡΑΣ… τι να πω γιε μου ας κάνουμε όπως τα λες εσύ.. μόνο κάνε μας μια χάρη

ΓΙΟΣ…ότι θέλετε … ευχαρίστως πατέρα .

ΠΑΤΕΡΑΣ…. έχε για μας φυλαγμένα στο κατώι σου εκεί στη μπάντα,ξέχωρα ...
δυο τρεις χούφτες στάρι και μια μποτίλια λάδι ..

ΓΙΟΣ …Γιατί πατέρα ?

ΠΑΤΕΡΑΣ ..για νάχεις να μας κάνεις κόλλυβα παιδί μου
και για να μας ανάβεις που και που το καντήλι.

Ο φίλος μου ο Δήμος.

O φίλος μου ο Δήμος, ο φαρμακέμπορας, ο φαρμακοτρίφτης
είναι καλό και ξηγημένο παληκάρι.
Μα και μουρντάρης και ερωτιάρης μεγάλος.
Σάββατο βράδυ απαραίτητα θα βγεί μπουρδελότσαρκα.
Ο κόσμος να ρθεί τ’ανάποδα κείνος θα βγεί.

Το πρωί θα κάνει βέβαια σαν καλός νοικοκύρης
τις δουλειές που του αναθέτει η γυναίκα του.
{ σούπερ μάρκετ και τα σχετικά }.
μα το βράδυ θα πάει οπωσδήποτε τη βόλτα του στα μπαράκια.
Το πόσα θα χαλάσει τα έχει από πρίν κανονισμένα..
Τόσα για τη Σβετλάνα, τόσα για τη Νανά ,
τόσα για τη Νατάσα και τόσα εξτρα.
Γιατί κατά πως λέει και ο ίδιος δε ξέρεις ποτέ η νύχτα τι σου ξημερώνει..

Τούτο το συνήθειο του{ το βίτσιο ..όπως θες πες το}
δεν το κόβει με τίποτα ,
όπως δε κόβει και το να αγοράζει
κάθε βδομάδα λαχεία και μάλιστα στο ίδιο λήγοντα και στη ίδια σειρά .
Στο οχτώ...

Μια μέρα καθώς τόφερε η κουβέντα ρώτησα αφελέστατα…
-Καλά ρε Δήμο γιατί παίρνεις πάντα λαχεία στο οχτώ..
-Αυτό βρήκες και σύ να ρωτήσεις και σε είχα και για έξυπνο. ?
-Τι να ρωτήσω δηλαδή για τα μπουρδέλα και τα μπαράκια
που πηγαίνεις κάθε Σάββατο ?
-Ακριβώς φίλε μου ..αυτό να ρωτήσεις ..
-Και γιατί δηλαδή τι το ιδιαίτερο θα μούλεγες ..?
-Είπες πηγαίνω μα δε ρώτησες πως γυρνάω
-Πως γυρνάς δηλαδή δεν καταλαβαίνω
-Με οχταράκια φίλε μου με οχταράκια..
Για τούτο παίρνω λαχεία στο οχτώ ..
Για να ρεφάρω..!!!

Ο κανακάρης

Ήταν 35 χρονών.
Είχε σπουδάσει Γερμανική φιλολογία.
Ηταν άνεργος και τον συντηρούσε η μητέρα του.
Απο σεβασμό στη μητέρα του { που την είχα και πελάτισα}
και τις σπουδές του γιού της πρότεινα...
Πως αν ήθελε ο γιός της θα μπορούσε να έρθει στο βενζινάδικο,
που δούλευα και γώ από την επομένη κιόλας να πιάσει δουλειά
στο ταμείο, στο κομπιούτερ
{ ούτε στα λάδια , ούτε στις βενζίνες, ούτε στο πλυντήριο }
κανονικά και νόμιμα.
Αργότερα αν ήθελε, μετά απο εκπαίδευση , κανονικά αμειβόμενη
θα μπορούσε σε λίγο καιρό να αναλάβει και προιστάμενος και να κάνει και καριέρα.
Πάλι ας έμενε όσο ήθελε εως ότου βρεί το αντικείμενο που ήθελε.
Η απάντηση ?
- Τί λές τώρα !!! σε βενζινάδικο να δουλέψει ο γιός μου ?

Σημ.. η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Τό γράμμα δε στάλθηκε ποτέ


Μα ενα γεγονός , ενα θέμα μυστήριο , που δεν έλυσα ακόμη και τώρα
τόσα χρόνια μετά με βασανίζει.
Στη παρέα μας ήρθε τότε και την καλοδεχτήκαμε μια κοπελιά στην ηλικία μας.
Δεν ήταν φανταστικά όμορφη , μα πολύ γλυκιά και με καλές αναλογίες.
Συνηθίζαμε μέχρι να μαζευτούμε όλοι να πίνουμε το καφεδάκι μας , στο καφενέ,
μπροστά απο το στέκι μας στη μικρή πλατεία.
Εκεί είχαμε και λίγο χρόνο να γνωριστούμε με τους καινούργιους μας φίλους.

Η κοπελιά όπως μας είπε ήταν παντρεμένη με ναυτικό που ταξίδευε
και ήταν πολύ χαρούμενη που βρήκε παρέα και ενδιαφέροντα καινούργια.
Πάνω στα γέλια και τα καλαμπούρια μας ,χαλαρά και με αυτοπεποίθηση ,
μπροστά σε όλη τη παρέα , με ρώτησε αν τη θυμάμαι.
Δέν την ήξερα , δεν μου θύμιζε κάποια και απάντησα αρνητικά .
Επέμενε στην ερώτηση και πάλι αρνητική ήταν η απάντηση.

Τούτο συνεχίστηκε για μήνα περίπου,
μέχρι που σκέφτηκα οτι κάνει πλάκα ,
η κάποια εμμονή την κατατρέχει.
Ηξερε όμως πολλά για μένα και τη προσωπική μου ζωή
και συννάμα μου είπε πως κοιμηθήκαμε μαζί
και πως λίγο πρίν φύγω για φαντάρος χωρίσαμε.
Εγώ επέμενα πως πρώτη φορά τη βλέπω.
Οι άλλοι όμως βλέποντας την επιμονή της
άρχισαν να με δουλέυουν ψιλό γαζί.

Ηταν παντρεμένη ,όπως είπα , τσεκαρισμένο αυτό με διεύθυνση και τηλέφωνο
{ φίλη που εργαζόνταν σε ναυτιλιακή εταιρεία , μου τα έδωσε όλα χαρτί και καλαμάρι }
ήταν και η καζούρα των άλλων και δε μπορούσα να απαντήσω όπως ήθελα .
Άρχισα να τρελένομαι, να αμφιβάλω για τη μνήμη μου.

Μια και δυό πάω στο φίλο μου το Στέλιο..
- Αύριο θα έρθεις στο Θεατρικό,του λέω.
-Μουρλέ σου τόπα , δε κατέχω τη τρέλα σου και δεν έρχομαι.
- Άλλο σε θελω ..
-Τι άλλο .. λεφτά ? δε πέρασε μήνας που έδωσα,ακριβό είναι το χόμπι σας.
- Δε θέλω λεφτά, γκόμενα είναι στη μέση .. θάρθεις ?
- Καλή ? έρχομαι ..
-Άσε τις μαλακίες , εμένα τυρανάει .

Του τα λέω όλλα με το νι και με το σίγμα και αρχίσαμε να γυρνάμε το χρόνο πίσω
και φτάσαμε στις κραιπάλες μας στο κότερο.
Εκεί κλειδώσαμε την αναζήτηση.
Ο Μπάμπης , καλή του ώρα, Παπά Χαραλάμπης τώρα ,όλο το χειμώνα φρόντιζε ,
σα να λέμε φύλακας ,ενα κότερο στο Πασσαλιμάνι.
Εκεί με τζάμπα ποτά ,πολλά Σάββατα ξεσαλώναμε.

-Λές ρε μουρλέ να πήδηξες καμμία εκέινα τα βράδια και να μη θυμάσαι ?
-Τι λες ρε μαλάκα.. εσυ δε θα τόξερες ?
- Αυτό να μου πείς . Τότε τι θέλει ?
-Δε ξέρω,γι' αυτό σου λέω,έλα αύριο.
-Θάρθω κι' άμα το πάει το γράμμα της το δίνω?
-'Οχι..

Την επομένη ο Στέλιος ήρθε και δεν αναγνώρισε τίποτα.
Η κοπελιά έφυγε,χάθηκε ξαφνικά ..όπως ήρθε ..
Δεν την ενόχλησα ποτέ και δεν έδωσα ποτέ τα στοιχεία της στο Στέλιο.
-Ένα γράμμα θα της δώσω ρε μουρλέ , σιγά ..τι κάνεις έτσι ?
-'Οχι είπα ..

Έτσι προς λύπην του φίλου μου του Στέλιου ....
Το γράμμα δε στάλθηκε ποτέ...

Σημ..απόσπασμα απο το ..ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Με δανεικό λάδι

 Βελισάριος ένα όνομα που δεν έχω.

Κάθε φορά που περνούσα από το στενό της θείας της Xρυσαφένιας ,
μικρό παιδί ,ένοιωθα περίεργα.
Ευχόμουν να μην είναι εκεί ,στο σκαλάκι της,
καθισμένη μπροστά στη πόρτα της,όπως το συνήθιζε .
Άλλοτε πλέκοντας τη ρόκα της, άλλοτε καθαρίζοντας χόρτα ,
άλλοτε κεντώντας και ακόμη έτσι χωρίς τίποτα να παλεύει,
απλά πίνοντας το απογευματινό της καφεδάκι και απολαμβάνοντας τη δροσιά..

Ήξερα τι με περίμενε και δεν ήθελα να το ζήσω άλλη μια φορά .
Μα πάντα ήταν εκεί σαν να ήξερε πότε θα περνούσα ,
σαν να προλάβαινε τη σκέψη μου.
Αργότερα κατάλαβα , πως καμμιά μαντική ιδιότητα δεν είχε .
Απλά άκουγε τη φωνή μου και τα βήματα μου όταν κινούσα από το σπίτι μας
να βγω στο δρόμο και να παω στην αδερφή μας που είχε παντρευτεί
και έμενε δυο στενά παρά πέρα.

Άκουγε τη φωνή της μάνας μου ,άκουγε τις ορμήνιες και τις εντολές της ..
-Πρόσεχε και μην αργήσεις και μην ξεχασεις να της πεις τούτο,το άλλο, κείνο .
Έτσι ,κάθε που περνούσα από το κονάκι της της
η θεία η Χρυσαφένια ήταν εκεί να με περιμένει
και γω να ακούω και πάλι τα ίδια και τα ίδια
και να τραβιεμαι παράμερα να αποφύγω το σφιχτοαγκαλιασμά της ,
που ένοιωθα ότι με έπνιγε και τα χα'ι'λογήματα της και τα φιλιά της .

- Που πας μωρέ , να φωνάζει η Θεία και να την ακούει όλλη η γειτονιά .
Εγώ μωρέ είμαι η Νονά σου , δικό μου ήταν το λάδι που σε βαφτίσανε ,
έλα να σε φιλέψω .

Εγω όμως που να σταθώ, ξεγλιστρούσα σαν το χέλι και χανόμουν στη γωνία .
Με έίχε τρομάξει τούτη η συμπεριφορά της κι’ επειτα κάθε φορά τα ίδια ?
και από πού κι’ ως που Νονά μου ?
Εμένα Νονός μου είναι ο Ντίνος ο Λ..απο το διπλανό το χωριό.
Έχω και το όνομα του .. αα.. μάλλον θα τα έχει χαμένα η Θεία..

Όποτε το έλεγα στη μάννα μου , πάντα την ίδια απάντηση είχα ..
-‘Αστην.. μη τη ξεσυνερίζεσαι ..μεγάλη γυναίκα είναι . θεία σου είναι.

Στερνοπούλι εγω τότες, μικρό παιδί, το άφηνα, το ξεχνούσα
και δεν είχα και χρόνο να χαραμίσω
Τι να κάνω δηλαδή , να αφήσω τα παιχνίδια μου
και να ασχοληθώ με τη γριά τη Θεία ?

Η μάννα μας ,αφότου έφυγε ο πατέρας δεν έβγαινε πια στη γειτονιά ,
μόνο ίσα με το σκαλοπάτι έβγαινε έξω από τη πόρτα .
Έτσι έκρινε πως έπρεπε να κάνει και έτσι έκανε και μείς , τα παιδιά της ,
δεν τη ρωτήσαμε και δεν την πιέσαμε ποτέ
και παντα κάναμε τα θελήματα που μας έλεγε.
Ούτε στην εκκλησία δεν πήγαινε που τόσο ήθελε.
Είχε όμως ένα ραδιοφωνάκι και από κείνο ακουγε τη λειτουργία.
Πίστευε πολύ και με θέρμη στο Θεό και γώ δίπλα της χωμένος στο φουστάνι της
και τριγυρνώντας μες τα πόδια της,άκουγα τη γλυκιά λαλιά της να ψέλνει ..
Να ψέλνει υπέροχα και πολλές φορές να παραπονιέται σιγανά..

-Αχ τόσα αγόρια έβγαλα ..τόσους άντρες και να μην αξιωθώ
να δω έναν να γίνει παππάς.
Εγω αφελέστατα ρωτούσα και απάντηση δεν έπαιρνα ..
-Ποιος να γίνει παππάς μάνα?

Όταν λίγα χρόνια αργότερα αρώστησε και λίγο πριν φύγει
στην Αθήνα στους γιατρούς ,
μια μέρα με κάλεσε καντά της και μου είπε..
- Τώρα που ξεπετάχτηκες και καταλαβαίνεις άκουσε με..
Εσύ ήθελα να γίνεις παππάς και τα είχα όλλα στο μυαλό μου κανονισμένα
και το όνομα που θα σε βαφτίζαμε και το μοναστήρι που θα σε έστελνα ..
-Εμένα ήθελες ?
-Ναι εσένα.. μα δεν με άφησε ο μεγάλος σου ο αδερφός ,
όπως δεν με ακούσανε και στα βαφτίσια σου και σου δώσανε άλλο όνομα.
-Άλλο όνομα ? και καλά εσύ πως ήθελες να με βαφτίσουνε ?
-Βελισάριο
-Και πως με βγάλανε Κων/νο ?
-Ας όψεται ο νονός σου ο Ντίνος .. σούδωσε τόνομα του ο νταής ....
που βαφτίσια ήθελε να κάνει και ούτε το λάδι δε θυμήθηκε να φέρει.
- Και δε μούβαλε λάδι ?
-Τι λές και συ τώρα..γίνεται βάφτιση χωρίς να βάλουνε λάδι ?
Πήρε δανεικό και σε βάφτισε
- Δανεικό ?
-Ναι δανεικό ..ήρθε που λές καμαρωτός καμαρωτός καβάλα στο άλογο του,
να σε βαφτίσει και δεν έφερε λάδι μαζί του.
Σκέφτηκε το λοιπόν αντι να γυρίσει στο χωριό του πίσω
και να ξανάρθει με το λάδι ,
δανείστηκε ένα μπουκάλι λάδι και σε βάφτισε .
Κατάλαβες τώρα ? δε φτάνει που σε βάφτισε με δανεικό λάδι ,
σου έδωσε και άλλο όνομα.

-Και από ποιόν δανείστηκε το λάδι?
-Από τη Θεία σου τη Χρυσαφένια .
-Ααα για τούτο η θεία λέει πως είναι νονά μου ?
-Ε πως αλλιώς να γίνει ? Νονά σου είναι .Δικό της λάδι σου βάλανε
Σάμπως της το επέστρεψε ποτέ ?
-Μάλιστα..καλά μάννα... σιγά και τι έγινε ?
-Δε ξέρεις εσύ ...

Δεν ήξερα εγώ
Εφυγε νωρίς και δε χάρηκε να με δεί και γω δεν αξιώθηκα
ποτέ στ’ αλήθεια να της πώ

-Μάνα μη στενοχωριέσαι...
Με δανεικό λάδι, με άλλο όνομα και χωρίς να γίνω παππάς .
καλά πορεύτηκα μέχρι τώρα και όσα ήθελες να μάθω,τα έμαθα ..
Άλλωστε ούτε τα λάδια ,ούτε το όνομα, ούτε τα ράσα κάνουν τον άνθρωπο .

Και σε σένα Θεία Χρυσαφένια έχω να πω τούτο..
-Ναι είμαι βαφτισιμιός σου ..είχες δίκιο

Η πρόταση

Η πρόταση τους με τη πρώτη ανάγνωση ηχούσε πολύ όμορφα στα αυτιά.
Ήταν και λογοτεχνικά άψογα δομημένη.
Οι δυο ευφάνταστες κυρίες που την κατέθεσαν
επέμεναν με πείσμα να γίνει οπωσδήποτε αποδεχτή.
Όμως ούτε το κόστος είχαν προϋπολογίσει,
ούτε τα προσδοκώμενα οφέλη,μα ούτε και τη ζημιά σε περίπτωση λάθους.
Εκείνες όμως επέμεναν μπορώ να πω λυσσαλέα.
Τότες φίλος καλός που απολάμβανε της εμπιστοσύνης όλων μας πρότεινε..
..
-Ωραία.. πολύ ωραία ..αξιόλογη κυρίες μου η πρόταση σας.
Προτείνω λοιπόν να αναλάβετε επικεφαλής της επιτροπής
και να την εφαρμόσετε με την στήριξη όλων μας.
- Εμείς ? αναρωτήθηκαν μονομιάς και οι δυο τους.
- Εσείς γιατί όχι… Τι καλύτερο από σας που τη προτείνετε να την υλοποιήσετε κιόλας. ?
-Μά εμείς , τη συντάξαμε εμείς και θα την υλοποιήσουμε ?
-Τότες κυρίες μου,λυπάμαι θα πρέπει να αποσύρετε τη πρόταση σας.
Αν εσείς που τη καταθέσατε δηλώνετε αδυναμία να την εφαρμόσετε
πως πιστεύετε ότι θα το μπορέσουν οι άλλοι ?


Σημ .. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Ει..Καπετάνιο..!!



Κάποτε στα χρόνια τα όχι πολύ μακρινά και λίγο πριν ξεσπασει η κρίση ,
εργαζόμουνα σε μια εταιρεία τηλεφωνίας και ίντερνετ ,
στις αποθήκες,στη διακίνηση υλικού..
Η εταιρεία είχε τις αποθήκες της στο Ρέντη
και γω αφού μένω χρόνια Πειραιά ήταν ότι καλύτερο..
Ακόμη και υπερωρίες να έκανα και να κουραζόμουνα είτε με το λεωφορείο
είτε με ταξί { τη ελάχιστη διαδρομή πλήρωνα }
έφτανα νωρίς στο σπίτι και προλάβαινα και να ξεκουραστώ
και να κάνω και ένα μπάνιο
και να φάω με την ησυχία μου.

Το παρατσούκλι που μου βγάλανε τότε
{ δε ξέρω πως και γιατί ..ο Τάσος ο Πόντιος το πρωτοείπε } ήταν Καπετάνιος .. !!!
Το μαλάκας δε λογαριάζεται το λέγαμε όλοι και το είχαμε όλοι ψωμοτύρι.

Εγώ στη δουλειά ήμουν καινούργιος και μέσω μιας μικρής εταιρείας διανομών..
Σα να λέμε ενοικιαζόμενος..
Μα δεν με πείραζε και δεν είχαμε και καμιά διαφορά με τους συναδέλφους στη μεγάλη εταιρεία..
Και κανονικά πληρωνόμαστε και τις υπερωρίες και τα μπόνους
και όλες τις κοινωνικές παροχές που είχαν εκείνοι, είχαμε και μεις
και συνήθως μετά από αξιολόγηση ,
πολλοί συνάδελφοι μεταπηδούσαν στη μητρική εταιρεία.
Όλα καλά δηλαδή και πρόβλημα κανένα.

Ωσπου ένα πρωί μας ανακοινώθηκε ότι η μικρή εταιρεία διανομών θα αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διακίνηση και τον όγκο της δουλειάς { σα να λέμε φρανσάιζ }
και ότι θα μετακομίσουμε στις καινούργιες εγκαταστάσεις στον Ασπρόπυργο
και οτι οι υπάλληλοι που θα θελήσουν να ακολουθήσουν,
ενοικιαζόμενοι κα μη θα ενσωματωθούν στη νέα εταιρεία.

Δουλεύψαμε το λοιπόν με ζήλο και χωρίς να σταματήσει ούτε λεπτό η ροή της δουλειάς
και η τροφοδοσία των καταστημάτων και μετά από κόπους ,ιδρώτες , φωνές,εντάσεις και ξενύχτια ολοκληρώσαμε τη μετακόμιση δίχως ούτε ένα ατύχημα , δίχως να ανοίξει μύτη και το κυριότερο
με ποσοστό λάθους κάτω από τα στάνταρ.
Μιλάμε για πολύ τεράστιο όγκο δουλειάς και πολλών εκατομύριων ευρώ.
Δε χάθηκε τίποτα, δε κλάπηκε τίποτα.

Στις καινούργιες εγκαταστάσεις που πήγαμε το λογισμικό με το οποίο είχαμε μάθει και δουλεύαμε άλλαξε γιατί η μητρική εταιρεία δεν το παραχώρησε
και άρχισε νέος γολγοθάς να μάθουμε το καινούργιο και να βγάζουμε τις παραγγελίες..
Βάσανο μεγάλο { μπλοκάρανε τα μηχανήματα, έπεφτε ο σέρβερ και τι άλλο… }
μα και δω τα καταφέραμε με ξενύχτια και πάλι και κόπο πολύ.
Κείνο το καλοκαίρι ούτε και ένα Σάββατο δε μπορούσαμε να πάρουμε ρεπό.
Μπαίναμε πρωί και πολλοί φεύγαμε πολύ αργά τα βράδυ 11 ,12, και μία η ώρα
και με ταξί νοικιασμένα καρφί στο σπίτι.
Και τα χαράματα έξι παρά τέταρτο στη στάση για τα πούλμαν
και πάλι 7.30 στη δουλειά…

Μετά λίγο καιρό όμως έστρωσε η δουλειά, ήρθε στα ίσα της που λέμε
και τώρα είχαμε και χρόνο για καινούργιες ιδέες και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των νεων τεχνολογιών και εγκαταστάσεων..
Εγώ εκεί στη δουλειά μου και τίποτα το ιδιαίτερο..
Όπως και άλλοι και γω.

Τώρα το πώς και το γιατί με επιλέξανε δε ξέρω .
Μα ένα σούρουπο μου ζητήθηκε να συμμετέχω σε μια ομάδα
και σε ένα πρόγραμμα ,δυο φορές την εβδομάδα,
εκτέλεσης και αποστολής των παραγγελιών στην επαρχία
και τα νησιά με στόχο να μειωθεί το κόστος.
Γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι,ήταν λέει ασύμφορο για τη εταιρεία.
Την έβαζε κοντά στα 20000 χιλιάρικα το μήνα μέσα..Έτσι είπανε.

Ξεκινήσαμε το πρόγραμμα επτά άτομα. Κατέληξε να βγαίνει από δύο.
Εμένα { το Καπετάνιο..!! το παρατσούκλι είχε κολήσει πιά } και το Γιωργάκη..
Ένα φιλότιμο,εργατικό,σεβαστικό και τίμιο είκοσι τριών χρονών παλληκάρι.
Έβγαινε δε το πρόγραμμα,χωρίς υπερωρίες ,μέσα στο οχτάωρο.

Τα Χριστούγεννα μάλιστα στο ευχετήριο μήνυμα που έστειλε ,
ο Ηλίας ο προιστάμενος ,στη διοίκηση εκ μέρους της ομάδας
το όνομα μου μπήκε δεύτερο , μετά το δικό του
και μου το είπε και με καμάρι ο Ηλίας.
-Δες καπετάνιο.!!!.Δες εδώ… μετά απο μένα εσύ…
-καλά αγόρι μου εντάξει.. μη τρελαθούμε κιόλας..!!

Το Μάρτη ήρθε η ώρα της απογραφής και πήγε περίφημα,
χωρίς να διακοπεί και παλι ούτε μέρα η τροφοδοσία των καταστημάτων
και έγινε σε δυο σαββατοκύριακα.
Στο πρώτο η πρόβα τζενεράλε και στο δεύτεο η επίσημη.
Πάντα υπό το αυστηρό βλέμμα και την εποπτεία ανθρώπων
από τα κεντρικά,της μητρικής εταιρείας.

Μετά τη απογραφή, ο Ηλίας μας είπε κάτι για αξιολόγηση..
Δεν με ενδιέφερε και δεν έδωσα και πολύ σημασία..
Άλλωστε ποτέ δεν μου πέρασε από το νου να κάνω καριέρα
και αυτά τα έβλεπα σαν αστείο.
-Καπετάνιο, μου λέει μια μέρα ο Ηλίας,
θα περάσεις και συ από αξιολόγηση..Μα δε σε βλέπω ζεστό.
-Τι να τη κάνω εγώ την αξιολόγηση , βρε Ηλία, σάμπως πάω για καριέρα ?
Κάντην αν πρέπει ..Γράψε ότι θες .. Βάλε ότι βαθμό νομίζεις..
-Δεν είναι έτσι απλό Καπετάνιο, μου λέει ..
Με σένα ειδικά θα γίνουν όλα σύμφωνα με το γράμμα της εταιρείας της μεγάλης.
-και γιατί με μένα ειδικά ρε Ηλία…?

-Γιατί σε είδανε στην απογραφή Καπετάνιο και ρωτήσανε για σένα.
Μη με φέρνεις το λοιπόν σε δύσκολη θέση..
Μες την εβδομάδα πρέπει να τις στείλω τις αξιολογήσεις..

Είπαμε..η μαμμά εταιρεία ήθελε να τα ξέρει όλα.
Και με χαρτί και με μολύβι και ηλεκτρονικά και με κάμαρες
και με μικρόφωνα που είχε εγκαταστήσει παντού.

Και πήγα στη αξιολόγηση και κλειστήκαμε κοντά μία ώρα σε ένα γραφείο
και κείνος ρωτούσε και γω απαντούσα και κείνος έγραφε
και γω δεν έβλεπα τι γράφει και όλα καλά.


Πέρασαν οι μέρες ,ήρθε το Πάσχα ,εγώ είχα ξεχάσει τη αξιολόγηση
μα δεν την είχαν ξεχάσει όμως η διοίκηση και ο Ηλίας.

Μια μέρα με τραβάει παράμερα και μου λέει…
-Καπετάνιο έχω κάτι για σένα και μου δίνει μια κόλλα χαρτί να διαβάσω..
- Τι είναι ρε Ηλία ?
- Η αξιολόγηση σου ,μου λέει,και με βούλα από τα κεντρικά.
Ξετυτιλίγω τη κόλλα, διαβάζω και τι να δω.. !!!
μου πεταχτήκανε τα μάτια εξω ..
-Τι έκανες μωρέ , του λέω,ξέρεις τι έκανες ?
- Γιατί Καπετάνιο δεν σου αρέσει ?
άλλωστε όπως βλέπεις έχει τη βούλα της εταιρείας ..
-Ρε Ηλία..ας με βαθμολογούσες χαμηλότερα..
Τούτο θα δημιουργήσει εντάσεις και αντιζηλίες..
Άλλωστε όπως σου είπα εγώ δεν πάω για καριέρα…
- Μη φοβάσαι τίποτα Καπετάνιο ,μου λέει. Εγώ είμαι εδώ.
-Να δούμε, του λέω..
- Γιατί το λές αυτό ?
-Γιατί οι πρώτοι Ηλία ,γίνονται λίπασμα για τους δεύτερους και τους τρίτους.
-Αστα τώρα αυτά.. Εσύ τη δουλειά σου και τίποτε άλλο..
 Α… και θέλω από σένα, τις μέρες που δεν εχεις να βγάλεις το πρόγραμμα με τη επαρχία και τα νησιά να παίρνεις δίπλα σου και άλλα παιδιά.
Όπως έβγαλες αστέρι το Γιωργάκη ,θέλω να βγάλεις και άλλα αστέρια..
Εσένα σε αγαπάνε ,σε σέβονται..Σε ακούνε…
-Μείνε ήσυχος του λέω. Είναι όλα καλά παιδιά
και να είσαι περήφανος για αυτά και τη ομάδα σου.

Ξαναγύρισα στη δουλειά μου και δεν είπα σε κανέναν τίποτα..
Μόνο στο Γιωργάκη το συνεργάτη μου .
Του έδειξα την αξιολόγηση και του είπα ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Γιατί και σε κείνον αξιζε η μισή χαρά..
Αφού τη δουλειά μαζί τη βγάζαμε.

Λίγο μπεί το καλοκαίρι, μια μέρα και αφού ήμουνα λίγο λάσκα μπήκα μέσα στο κλουβί να βοηθήσω.
[ Κλουβί λέγαμε το καγκελόφραχτο χώρο όπου ήταν αποθηκευμένες σε παλετόραφα όλες οι συσκευές κινητής και σταθερής τηλεφωνίας , τα ακριβά αξεσουάρ και οι συσκευές για ίντερνετ..]
Εκεί γα να μπείς έπρεπε να έχεις εξουσιοδότηση.Πάσπορτ που λένε..
Εκεί με βρήκε και ο Παναγώτης, ο προιστάμενος του τμήματος των επιστροφών.

Ο Παναγιώτης ένα ψηλό και τροφαντό παλληκάρι δεν είχε έρθει μαζί μας στη πρώτη φουρνιά όταν φύγαμε από το Ρέντη..Έμεινε πίσω και ήρθε αργότερα.
-Καπετάνιο,μου λέει..έχω μια δουλειά για σένα και τη θέλω σήμερα..Πνίγομαι…
- Πες του Ηλία, του λέω,να μη με ψάχνει και ότι κάνω δική σου δουλειά
και κανένα πρόβλημα.
-Του είπα ότι θα σε χρειαστώ και μου είπε οκ ο Ηλίας..
-Ωραία τι θες.?
-Θέλω να κάνεις μια ζωντανή απογραφή σε όλες της επιστροφές σταθερών της Π..Τα θέλουν σήμερα από τα κεντρικά γιατί θα τα στείλουν προσφορές στα καταστήματα.
Εδώ σου έχω ανά κωδικό και χρώμα πόσα έχει το σύστημα μέσα..
-Είσαι καλά Παναγιώτη ? Ζωντανή απογραφή σε 7500 χιλιάδες κομάτια και μάλιστα χύμα ριγμένα μέσα στις νεκροφόρες σήμερα?
-Έλα Καπετάνιο… σου είπα πνίγομαι. ..
Δε πέρασε λίγη ώρα και όπως ήμουνα χωμένος
μέσα σε ένα τεράστιο κασόνι σαν δεξαμενή πετρελαίου,
να ελέγχω, να μετράω , να σβήνω και να γράφω
ήρθε και με βρήκε ο Ηλίας..

-Καπετάνιο,μου λέει, τι κάνεις εδώ..?
-Δε βλέπεις τι κάνω..απογραφή κάνω..
Εσύ δεν έδωσες το οκ του Παναγιώτη να τη κάνω εγώ ?
-Μου είπε ο Παναγιώτης ότι θα σε χρειαστεί για λίγο και του είπα οκ.
Μα δεν μου είπε οτι θα σε χώσει και μεσα στα σκατά..Κι έπειτα εσένα βρήκε..
Τόσες μέρες είναι που ζητάνε την απογραφή από τα κεντρικά. Σήμερα το θυμήθηκε..
-Τι να σου πω …
-Θα τον γαμήσω το πούστη το χοντρό…!!!

Αυτή ήταν και η πρώτη συνεργασία μου με το Παναγιώτη.
Έκτοτε,καλημέρα , καλημέρα και τίποτε παραπάνω..
Αυτός στη δουλειά του και γω στη δική μου.
Παρακάλεσα και το Ηλία να μην αναφέρει τίποτα στη Κυρία Μαίρη
και το θέμα έκλεισε εκεί..

Η κυρία Μαίρη,η διευθύντρια προσωπικού,μια σχετικά καλοσυνάτη και ευγενική κυρία, έκανε σχεδόν ,μέρα παρά μέρα τη βόλτα της από όλα τα τμήματα, να πει τη καλημέρα της..Αν θα έπρεπε να τη χαρακτηρίσω θα την χαρακτήριζα με τρείς λέξεις. Άχρωμη,άοσμη και άγευστη…
Τίποτα το ιδιαίτερο δεν έλεγε ..Τί κάνετε ,πως είστε και τα σχετικά…
Άσε που όταν εσύ πνιγόσουνα στη δουλειά και έπρεπε να παραδώσεις για να φορτώσουν τα φορτηγά εκείνη μπορεί να είχε και όρεξη
για χαχαχα και χουχουχου και άλλα λόγια να αγαπιόμαστε…
Εγώ βέβαια με ένα χαμόγελο και ένα συγνώμη πολλές φορές την απέφευγα.

Με πέτυχε όμως μια μέρα στη ράμπα που βγήκα να κάνω τσιγάρο και να αγναντέψω λίγο ουρανό και θάλασσα και δε μπορούσα να την αποφύγω.
Είδε φαίνεται από τις κάμερες ότι βγήκα και τσούπ ήρθε.
-Χάρηκα ,μου λέει, πολύ με την αξιολόγηση σου .. Μπράβο σου..!!
- Δε βαριέσται κυρία Μαίρη ..τίποτε το ιδιαίτερο, τη δουλειά μου κάνω..
-Πως τίποτα..κι΄επειτα αυτό που κάνεις να βγάζεις καινούργια φυντάνια είναι πολύ σημαντικό.. Αλήθεια πως τους μιλάς , πως τα προσεγγίζεις ?
-Απλά σαν συναδέλφους. Σαν ίσους προς ίσον.Δίνω και μου δίνουν.
-Χαίρομαι για σένα και ότι χρειαστείς από μένα μη διστάσεις να μου πείς..
-Ευχαριστώ πολύ ..να είστε καλά..

Έφυγε κι απόμεινα εκεί με βλέμμα άδειο . Κάτι μέ έτρωγε.
Κάτι μέσα μου δε κόλαγε καλά..
Από τη μια ο Παναγιώτης με τη πουστιά του που μου έπαιξε με την απογραφή
και από τη άλλη η κυρία Μαίρη με τις κολακείες της..
Σαν να έβλεπα αστυνομική ταινία με το καλό και το κακό μπάτσο..

-Θα δούμε ,μονολόγησα μέσα μου.
Κωστάκη μη βιάζεσαι θα δούμε..
Εσύ τη δουλειά σου.
Κι΄έτσι έκανα..
Έσβησα το τσιγάρο και γύρισα στη δουλειά μου.

H φίλη μου η Κατερίνα, μια γυναίκα μόνη και πονεμένη δούλευε σκληρά σαν το μυρμήγκι. Δε σήκωνε κεφάλι από το πάγκο της. Δεν έφευγε ποτέ από το πόστο της.. Είχε που είχε την ανασφάλεια της , μη τυχόν κάνει κάποιο λάθος και την απολύσουν.. {Είχαν αρχίσει ήδη κάποιες σποραδικές απολύσεις ]της βάλανε και κομπιούτερ και πως να μάθει μεγάλη γυναίκα και ήταν πάντα στη τσίτα.
Ήταν και το αντικείμενο της δύσκολο..
Να παραλαμβάνει τις επιστροφές ,να ελέγχει τα δελτία αποστολής και να τα καταχωρεί στο σύστημα.
Όλη μέρα περιτριγυρισμένη από κούτες βουνό.

Την αγαπούσα τη Κατερίνα και ακόμα την αγαπάω . Όσο μάλιστα έμενε στο Πειραιά κάναμε και παρέα. Και σε ταβερνάκι πηγαίναμε και στο σπίτι ερχόντανε και γενέθλια κάναμε μαζί και γενικά είχαμε μια σχέση όχι απλά συναδελφική μα κάτι παραπάνω. Αδερφική…
Μετά όμως που μετακόμισε προς τα βορειοδυτικά για να είναι πιο κοντά στη δουλειά μόνο στο τηλέφωνο μιλάγαμε..
Έτσι και γω όποτε είχα χρόνο πέρναγα από το πάγκο της να πούμε μια κουβέντα και να κάνουμε ένα τσιγάρο.. Κείνο το απόγευμα εκείνη θα καθόντανε υπερωρία, μα εγώ θα έφευγα.. Όταν χαιρετηθήκαμε μου σφύριξε κρυφά στο αυτί..
-Όταν σχολάσω θα σε πάρω τηλέφωνο… να έχεις ανοιχτό το κινητό σου.

Ήξερε πως το κινητό μου το έκλεινα όταν πήγαινα σπίτι..
Όπως και γω ήξερα πως για να με θέλει, κάτι σημαντικό και μυστικό θα ήθελε να μου πει.... Ειδάλλως αν δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο θα μου το έλεγε εκεί.
Πράγματι το βραδάκι πήρε τηλέφωνο…
-Έλα, μου λέει, το ξέρεις πως η εταιρεία θα βγάλει γύρω στα εξήντα λάπτοπ ντέμο σε μια συμβολική τιμή και θα τα δώσει στους εργαζόμενους ?
-Και συ που το ξέρεις ? ρωτάω..
- Μού το είπε ο Κώστας, ο βοηθός του Παναγιώτη και με ρώτησε αν θέλω και γω να με βάλει στη λίστα
- Και πόσο θα τα χρεώσει ?
-Ξεφτίλα ..120 ευρώ με το φπα και θα τα κρατήσει σε τρείς δόσεις από το μισθό μας.
-Ποιός το χειρίζεται το θέμα ?
-Ο Παναγιώτης.. Είναι δουλειά των επιστροφών.. Τα μηχανήματα έχουν έρθει από επιστροφές. Είναι ντέμο σου λέω. Αυτά που είχανε τα καταστήματα για δειγματισμό.
- Και πως δε μάθαμε τίποτα εμείς?
-Το μεσημέρι ήρθε το μήνυμα από τα κεντρικά… το ξέρουνε πολύ λίγοι..
-Εντάξει Κατερινιώ ευχαριστώ πολύ.. Καλό βράδυ.
Ο Παναγιώτης , πάλι δεύτερη φορά μπροστά μου o Παναγώτης ή και ανάποδα..
Εγώ μπροστά στο Παναγιώτη.Μπροστά σε τοίχο.

Τη επομένη ρωτάω τον Ηλία τι είναι αυτή η δουλειά με τα λάπτοπ και με τι κριτήρια θα γίνει η διάθεση και πως κάποιοι το μαθαίνουν πρώτοι και άλλοι τελευταίοι.
-Καπετάνιο ,μου λέει, και γω χθες αργά στη σύσκεψη το έμαθα.. Πρόλαβα όμως να δεσμεύσω δέκα κομμάτια για το τμήμα μου και μέσα στη λίστα που έκανα είσαι και συ μέσα.
-Ο Γιωργάκης ? ρωτάω .. ο Γιωργάκης είναι μέσα?
- Θα δούμε καπετάνιο θα δούμε.. δεν είμαι σίγουρος ..

Εγώ πήρα λάπτοπ όπως με είχε βάλει στη λίστα ο Ηλίας,μα δεν πήρε ο Γιωργάκης..
Πήραν όμως και δυο αδέρφια από ένα ο καθένα τους ,μα την επομένη ο μικρότερος άλλαξε γνώμη αφού είχε και άλλο στο σπίτι και θα το γυρνούσε πίσω.
Πιάνω το λοιπόν και του λέω
-Μικρέ αφού δε το θες το λάπτοπ, μη το γυρίσεις πίσω.
Δος το σε μένα, θα στο πληρώσω μετρητά . Θέλω να το δώσω στο Γιωργάκη που δεν πήρε.
-Εντάξει Καπετάνιο, μου λέει, αύριο θα στο φέρω..
-Ωραία.. Θα σε περιμένω και γω με τα λεφτά.
Και μείναμε εκεί στη συμφωνία την οποία χαρούμενος ..
{ θέλει η πουτάνα να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει}
την ανέφερα και γω στο Γιωργάκη.. .

Όμως φαίνεται λογάριαζα χωρίς το ξενοδόχο.
Την επομένη πήγα με τα λεφτά στο χέρι μα το μικρό τον έψαχνα και δεν το έβρισκα..
Και όποτε τον τρακάριζα όλο με απόφευγε και όλο στο θα σου πω και θα σου πω με είχε.
Στο σχόλασμα όμως ανάμεσα στα δυο πούλμαν ,
για να μη μας πιάνουν οι κάμερες ,εδέησε ο Θεός και μου μίλισε.
-Καπετάνιο ,μου λέει , είχα πεί πως θα το φέρω πίσω και ήταν αλήθεια.
Το έφερα, το είχα μες το σακίδιο μου.
Όταν όμως είπα πως θα το δώσω στο Καπετάνιο για να το δώσει στο Γιωργάκη
μπήκε στη μέση ο Παναγιώτης και μου είπε…
Σε μένα θα το φέρεις. Εγώ θα το πάρω.
Δε φτάνει που ο Καπετάνιος
πήρε για τη πάρτη του, θέλει και για το φίλο του.. ?
Ε. τι να έκανα και γω Καπετάνιο..
Συγνώμη ε? Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς..
- Δε πειράζει μικρέ, να είσαι καλά. Μου φτάνει που είπες την αλήθεια.

Στην αρχή και γω και ο Γιωργάκης
πολύ πικραθήκαμε με τούτη την συμπεριφορά και την εξέλιξη..
Μετά από λίγο όμως το ρίξαμε στη τρελή..
Να ήταν τώρα η μόνη έγνοια μας ένα λάπτοπ..
Δε παν να γαμηθούνε όλοι..Στ’ αρχίδια μας ..
Εμείς νάμαστε καλά.. Έρχονταν σύννεφα από παντού και δεν άξιζε να γίνουμε εμείς η αφορμή να ξεσπάσει καταιγίδα .
Γιατί εμείς θα μουσκεύαμε πρώτοι και δεν είχαμε και δεύτερη αλλαξιά στεγνή.



'Ενα πρωινό πήγαμε στη δουλειά και ό Ηλίας ο προ΄'ι'στάμενος
δεν ήταν εκεί πρώτος πρώτος όπως ήταν ανελειπώς κάθε μέρα
Τι έγινε πως και τί το μάθαμε πολύ αργότερα Τα βρόντηξε το προηγούμενο
βράδυ και έφυγε. Τα έσπασε με το μικρό αφεντικό  όπως έσπασε και το
iphon  που του είχαν παραχωρήσει εκεί μπροστά στο τσογλάνι το μικρό.
Και ποιός ανέλαβε προιστάμενος λέτε.. Καλά καταλάβατε .Ο Παναγιώτης !!
Αναβαθμίστηκε σε μια μέρα . Από τις επιστροφές στο πιο νευραλγικό τμήμα.
Τις πρώτες μέρες με το χοντρό είπαμε με το Γιωργάκη , εμείς στη δουλειά μας.
Πέταγε κάτι ψιλομπηχτές  βέβαια που και που μα δεν του δίναμε σημασία.

Λίγο πιο πέρα απο το δικό μας συγκρότημα ήταν και ένα άλλο της εταιρείας
όπου γινόταν η παραγωγή.Δουλειά μονότονη κυρίως απο κορίτσια όπου
κάθονταν σε ένα πάγκο γύρω γύρω και κολάγαν αυτοκόλητα στα πακέτα
σύνδεσης. Εκεί σε έστελναν σαν υποβιβασμό και τιμωρία και όταν είχε λάσκα
η δουλειά στο τμήμα μας.Εγώ δεν είχα πάει και ποτέ δεν μου είχε ζητηθεί να πάω.

Εκείνο το σημαδιακό πρωινό  τέλος Αυγούστου κατεβήκαμε απο τα λεωφορεία
πους πήγαιναν στη δουλειά  με τα καλαμπούρια και τις καλημέρες μας και
πήγαινε ο καθένας στο τμήμα  του. Παρατήρησα ότι οι παραγγελίες που είχαν
πέσει στο σύστημα δεν ήταν πολλές. Ο χοντρός όταν είδε ότι οι παραγγελίες
ήταν λίγες έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας { λες και δεν το ήξερε πρίν από μας
και μας φώναξε να συγκεντρωθούμε να μας μιλίσει.Και άρχισε με στόμφο.
-Λοιπόν όπως βλέπετε  τα πικόχαρτα{ παραγγελίες} είναι λίγα σήμερα.
Καπετάνιο  πάρε πέντε όπιουςς νομίζεις εσύ  και πάτε στη παραγωγή.
Στο άκουσμα της εντολής εγώ δεν μίλισα μα με περικυκλώσανε τα παιδιά
και άρχισαν Καπετάνιο όχι εμένα ,όχι εμένα ο άλλος και δεν λέγεται.
Αποτραβήχτηκα και πήρα αγκαζέ και το χοντρό έξω από το τμήμα και του λέω.
- Ξέρουν όλοι τη δουλειά μου όπως και συ αλλά πέρα απο αυτό σου δηλώνω ότι
δεν έχω πρόβλημα να πάω στη παραγωγή και για μια μέρα και για όσο χρειαστεί
άλλωστε τα λεφτά μου θα παίρνω μα μη με βάζεις να διαλέξω εγώ, εσύ είσαι αφεντικό.
- καπετάνιε μου λέει δε γίνεται θα το κάνεις εσύ  είπαμε τέλος.
- καλά  του τότε άκου τι θα γίνει θα προφασιστώ ότι ξαναέχω πυρετό και θα φύγω
άλλωστε το ξέρεις έχει ξαναγίνει όταν αρρώστησα τις προάλες και με στείλατε
άρον άρον με ταξί στο σπίτι.-Και πως θα φύγεις τώρα  ? ταξί δεν έχει.
Σημειωτέον για να φύγεις  απο κεί ψηλά στο βουνό πάνω απο την Αττική οδό
έπρεπε να καλέσεις ταξί  είτε να μπείς σε ένα φορτηγό διανομών γιατί
τα πούλμαν που μας πηγαινοέφαιρναν θα επέστρεφαν το  απόγευμα.
- θα μπώ σε ένα φορτηγό του λέω σύμφωνοι? Οκ σύμφωνοι  φύγε.

Όπερ και έγινε μπήκα σε ένα φορτηγό που κατέβαινε  Πειραιά και έφυγα.
Μετά απο ώρα που έφτασα Πειραιά σταμάτησα  σε καφέ να χαλαρώσω
Δεν πέρασε χρόνος και στο τηλέφωνο η κυρία Μαίρη..  Μάλιστα!!
Το σηκώνω και εξγηγώ με το νι και το σίγμα τι  έγινε ακριβώς..
- Κακώς μου λέει έγινε έτσι και ποιός του είπε του Παναγιώτη να στείλει
εσένα αλλωστε ξέρει ποιά είναι δουλειά  σου και την εκτιμούμε πολύ.
Αύριο σε παρακαλώ να είσαι δω όπως κάνεις κάθε μέρα και ξέχασε το.

Συμφώνησα  την ευχαρίστησα τέλειωσα το καφέ μου  και τράβηξα για το σπίτι μου.
 Κατά τις τρείς το μεσημέρι και αφού είχα ξαπλώσει ξαναχτύπησε το τηλέφωνο.
Το σήκωσε η Μαρίνα και αμέσως  κατάλαβα.. Η κυρία Μαίρη πάλι.!!!!!!!
-Κύριε Κώστα μπορείτε αύριο να περάσετε απο τα κεντρικά να αποζημιωθείτε.
- Δεν χρειάζεται να μου πείτε τίποτε άλλο καταλαβαίνω { οι κοριοί κατέγραφαν }
απο τη στιγμή που παίρνετε τέτοια ώρα τηλέφωνο απολύομαι οκ ευχαριστώ τέλος.
Κατάλαβα τι είχε συμβεί έπεσα πάλι πάνω σε τοίχο στο χοντρό..
Το βράδυ παίρνω τηλέφωνο την εν λόγω κύρια στο σταθερό στο σπίτι της.
-Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μου λέει δε μπορώ να πω περισσότερα...
Ήταν η αποζημείωση ήταν το εγώ το πληγωμένο και η προσβολή στη δουλειά  μου
και τον επαγγελματισμό  μου και ότι δεν είχα απολυθεί ποτέ στη ζωή μου και το
επόμενο πρωί στέλνω μια επιστολή όπου αρνιόμουνα την αποζημείωση και απαξείωνα
την απόλυση και υπόβάλλοντας εγώ ο ίδιος παραίτηση με πλήρη αξιοπρέπεια.

Χαίρομαι που ήμουνα Καπετάνιος για τα παιδιά όλα και δεν τα πρόδωσα
όπως και τώρα χαίρομαι  που δεν ήμουνα  ποτέ στα αλήθεια Καπετάνιος
παρά μόνο συνεργάτης απλός και φίλος τους, Καπετάνιος τέλος!!!!!!!!!


+


Η Βασούλα

1978.Περαιάς Νυχτερινό Λύκειο. Ημέρα 14 του Φλεβάρη.

Τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου τότες πολλοί λίγοι της δίνανε σημασία
και πολλοί λίγοι τη θυμόντουσαν και τη γιορτάζανε.
Έτσι και γώ δεν τη θυμήθηκα.
Με τη Βασούλα πού ήμουνα τότε δεν με είχε προετοιμάσει
για τούτη τη γιορτή .
Έφτασα λοιπόν στη ώρα μου στο σχολείο και έψαξα αμέσως να τη βρώ
όπως έκανα και κάθε σούρουπο.
Να πιούμε το καφέ μας ,να τα πούμε λίγο πρίν μπούμε για μάθημα.
Την αναζήτησα μα δεν την βρήκα .

Παραξενεύτηκα,ανησύχησα και άρχισα να ρωτάω .
-Καλά τελείως χαζός είσαι ? μου λέει ο φίλος μου ο Στέλιος ,
τέτοια μέρα και δεν τη θυμήθηκες ?
-Τι θυμηθώ του λέω , κί έπειτα η Βασούλα που είναι ?
-Σήμερα φιλαράκι είναι η μέρα που οι γυναίκες περιμένουν πως και πως
και η Βασούλα σου πέταξε
-Τι πράμα ?
-Λοιπόν σήμερα είναι του Αγίου Βαλεντίνου .
Ήρθε ο μάγκας απέναντι από το βιβλιοπωλείο με τριαντάφυλλο στο χέρι
και την πήρε και πάνε για καφέ στο Πασσαλιμάνι.
-Σοβαρά μιλάς ?
-Σοβαρότατα,τι νόμιζες θα περίμενε εσένα ?
Έτσι απλά και χωρίς προσχήματα η Βασούλα έφυγε
και γώ έφαγα τη χυλόπιτα μου.

10 χρόνια μετά
Εγώ παντρεμένος και η Βασούλα παντρεμένη και με παιδιά
με το τύπο που είχε φύγει εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη.
Μετά τις πρώτες αμήχανες κουβέντες μπήκαμε και στα καθ΄ημάς.

-Ποτέ δεν έμαθα ειλκρινά , άρχισα πρώτος , γιατί κείνο το βράδυ με παράτησες ?
-Έίναι απλό , μου λέει, εσύ ήθελες μια σχέση και γώ ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου .
-Τι θα μπορούσα να κάνω ,ακόμη δεν είχα πάει φαντάρος
-Αυτό είναι μου λέει , εσύ με έβλεπες σαν παιδί, μα εγώ ήμουν γυναίκα.
-Μένεις ακόμη στα Καμίνια που έμενες ?
-Εκεί .
-Ωραία χαίρομαι που είσαι καλά..

16 χρόνια μετά
Είναι μεσημεράκι με φίλο μου εργοδηγό είμαι στην είσοδο
ενός μεγάλου εμπορικού κέντρου .
Μια κυρία στέκει μπροστά μου και με κοιτά επίμονα.
Βγάζω τα γυαλιά ηλίου και προσπαθώ να δώ και γω με απορία.
Πλησιάζει πιο κοντά και με αυτοπεποίθηση με ρωτάει.

-Δεν με θυμάσαι ?.
-Για να πω την αλήθεια , δεν σας θυμάμαι , συγνώμη
-Τόσο πολύ γέρασα ?
-Δεν είπα κάτι τέτοιο , αν θέλετε θα μπορούσατε να πείτε κάτι να θυμηθώ ?
-Για θυμήσου λιγάκι,ήμασταν μαζί στο νυχτερινό λύκειο.
-Αααα..!! είσαι η… κάτσε κάτσε.. ένα λεπτό κάτι θυμάμαι …η…
-Η Βασούλα είμαι Κώστα ..η Βασούλα είμαι.
-Ωωω.. τι κάνεις Βασούλα .. τι κάνουν τα παιδιά σου.. ο άντρας σου ?
-Καλά είναι τα παιδιά μια χαρά.. Βέβαια με τον άντρα που με ήξερες χώρισα..
-Ε.. συμβαίνουν αυτά …τι να κάνουμε ..
-Ξαναπαντρεύτηκα όμως..
-Α.. μάλιστα ωραία και μένεις εκεί που έμενες στα Καμίνια ?
-Όχιιιι πάει αυτό .. Τώρα μένουμε στη Γλυφάδα σ’ένα συγκρότημα μεγάλο με κήπο και πισίνα . Πολύ ωραία …!!!
-Μπράβο Βασούλα πολύ χαίρομαι… Να είσαι καλά..

Όταν απομακρύνθηκε αρκετά ο φίλος μου ο Άρης, ήρεμα και απλά με ρώτησε.
-Ποια ήταν η κυρία ?
-Μια κοπελιά που κάποτε με παράτησε για κάποιον άλλον
-Ποιόν αυτόν που χώρισε ?
-Ναί
-Καλά έκανε και σε παράτησε
-Γιατί το λές αυτό ?
-Άκου με μένα. Λίγα άκουσα , πολλά κατάλαβα..
Καλύτερα που σε παράτησε.