Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Της ζωής μου οι δρόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Της ζωής μου οι δρόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Tης ζωής μου οι δρόμοι

Έτσι γεννήθηκα
Αρχές Μάρτη, τέλος της δεκαετίας
του εξήντα, η κυρά Νιώ, στο χωριό της ,στη κάμαρη της
βασανίζεται,πονάει,παλεύει να γεννήσει.
Nα φέρει στο κόσμο ένα παιδί της ακόμη.
Γέννησε, μα τυμπανισμός την ταλαιπωρεί
και ρίχτηκαν όλοι να σώσουν τη μάννα
και το μωρό αφέθηκε αβύζαχτο και νηστικό,
να κλαίει, μέρες τρεις.
Έζησε η μάνα,έζησε και το παιδί,
με μπιμπερό,από γάλα ξένο,από δυο γίδες, διαλεχτές καθαρές.
Έτσι λοιπόν ήρθα στο κόσμο τούτο
και σαν από θαύμα ,σαν από τύχη έζησα
Ξέρω τρομάζει , ακούγεται παράξενο …
Που ακούστηκε να παρατάνε το μωρό ..
Κι’ έπειτα να μεγαλώνει με γάλα από κατσίκες .
Εσείς που το λέτε θα αφήνατε τη μάνα να φύγει ?

Όχι.
Γιατί θα ορφάνευε όλη η οικογένεια
Θα αφήνατε το παιδί ατάιστο ?

Όχι .
Αφού έζησα και η μάνα δεν μπορούσε να με βυζάξει,
γάλα έπρεπε να πίνω και γάλα έπινα
και δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο
Η μάνα φύση και η Ζωή όλα τα προβλέπει και τα φροντίζει


Τα πρώτα χρόνια μου , τα μικρά ,
τα θυμάμαι αποσπασματικά , όπως θέλω εγώ.

Με χαρά θυμάμαι τη γιορτή του κούρου.
Ήταν κάτι άλλο, φανταστικά όμορφο .
Είχαμε κοπάδια και πρόβατα και κατσίκια
και ο πατέρας μου, διατηρούσε φιλίες και τις τιμούσε
με τσελιγκαδες που κατέβαιναν στα μέρη μας να ξεχειμωνιάσουν.
Λίγο πριν μπει το καλοκαίρι και οι τσελιγκαδες
με τα κοπάδια τους φύγουν για τα ορεινά γίνονταν ο κούρος.
Ψηλά πάνω από το χωριό, σ ’ένα πλάτωμα καταπράσινο,
από το φρέσκο το χορτάρι, ίδιος κεντημένος καμβάς με χιλιάδες λουλούδια,
με λογής χρώματα και τριγύρω, ελιές πανύψηλες και πουρνάρια
από νωρίς, άγρια χαράματα μαζευόμασταν όλοι.
Ζωντανά ατέλειωτα κοπάδια.

Τσελιγκαδες με τι φαμίλιες τους,τις κόρες τους και τις κυραδες
με τις φορεσιές τους τις λαμπρινές ,
με τα παλικάρια τους καβάλα στ’ άλογα τους
και ξωπίσω τους τα τσοπανόσκυλα .
Ο ερχομός τους και τα καλωσορίσματα τους ,με τα χωρατά τους
οι παιδικές φωνές από τα κουτσούβελα σαν και μένα
τα γαυγίσματα,τα βελάσματα και τα κουδουνίσματα..
αντηχούσαν στη πλαγιά και έφταναν ως κάτω

-Ορέ ..σήμερα έχει κούρο ο μπάρμπα Αντρέας

Στη άκρη ,κάτω από τις ελιές,στο ίσκιο
έστρωναν οι κόρες με τις μανάδες,
τα καλούδια όλα πάνω σε στρωσίδια υφαντά.
Πίτες και γλυκά και μεζέδες και κρασιά,
και οι σούβλες παραδίπλα να γυρνάνε τα σφαχτάρια ,
για να είναι όλα έτοιμα, όταν θα τέλειωνε ο κούρος.
Για το γλέντι, για το φαγοπότι, για το χορό, για το τραγούδι .

Ερχότανε το σούρουπο,άρχιζε η μέρα να γέρνει ,
τα κλαρίνα βραχνιάζανε κι’ εφτανε η ώρα του αποχωρισμού
πάλι με φωνές και πειράγματα και με ευχές αληθινές ,γνήσιες

-άντε και του χρόνου ..καλό αντάμωμα...

Στην αυγή της ζωης μου ,στα μικράτα μου ,
πρόλαβα έναν άλλο κόσμο ,που παλεύει ακόμη ,
να κρατήσει μια πιθαμή γης με χορτάρι
με μυρουδιές , χρώματα και παραδόσεις και σημεία αναφοράς .

Σαν τη ελιά μας.. τη πανύψηλη, τη γέρικη, με το πλατύ τον ίσκιο
που παραφυλούσε άγρυπνη πάνω απ’ το σπιτικό μας
εκεί που άρχισα, τα μεσημέρια
παρέα με το τον τζίτζικα ,να πιάνω μολύβι και χαρτί
για να πάω σχολείο και τα είχα όλα έτοιμα
και τσάντα, και τετράδια και μολύβια.


Tην ώρα και τη μέρα, που θα πήγαινα σχολείο την περίμενα
και την ήθελα τόσο, όπως το πρωινό φιλί της μάνας.
Με είχε βάλει, άλλωστε στα χνάρια, ο ίδιος ο πατέρας μου
όταν πήγαινα κάθε μέρα να του φέρω την εφημερίδα του
και ο αδερφός μου ο πρώτος , ο Νικόλας που μάθαινε γραφή
και ανάγνωση στη μάννα μας , στη κυρά Νιώ .
Η μάννα μας δεν ήξερε γράμματα και πάσχιζε να μάθει
κι έβαζε τον αδερφό μου να την μάθει ,να της δείξει
να διαβάζει τουλάχιστον τα μεγάλα, τα κεφαλαία
Έτσι και γω από δίπλα ,χωμένος στο φουστάνι της
με δάσκαλο τον αδερφό μου ,
είχα ρουφήξει μπόλικα και θαύμαζα τον πατέρα μου
και τον Νικόλα που βυθιζόντουσαν στην ερημιά της γνώσης
τα απογευματινά, τα ήσυχα ,τα ρόδινα

- Άντε μικρέ σιμώνει και σένα η ώρα σου να πας σχολείο

Ήμουν ο αγαπημένος τους, ο μικρός,το στερνοπούλι.
Τόση χαρά, τόση γλύκα, τόση αγάπη
μόνο μια παιδική καρδιά την αντέχει
Όπως αντέχει και την ανατροπή και την παλεύει

-Σου λείπουν μήνες,του χρόνου εσύ.
Μου έλειπαν , λέει, μήνες και δεν έπρεπε ακόμη να πάω σχολείο,
ήρθε το μαντάτο.
Για μέρες, για μήνα ολάκερο, ώσπου να γίνω βούκινο,
κάθε πρωινό έπαιρνα τη τσάντα μου
με τα χαρτιά μου και τα μολύβια μου
και πήγαινα στο σχολείο, σκαρφάλωνα την πετρόχτιστη μάντρα
και αγνάντευα τη Δασκάλα.
Δεν ήταν τα χρυσά μαλλιά της, ψεύτικα,βαμμένα.
Εμένα όμως δεν με θάμπωναν τότε τα μαλλιά της,
Με πεισμάτωνε που δεν ήμουν μέσα,
στο θρανίο μου, με τα τετράδια μου και τα μολύβια μου
και τελικά τα κατάφερα.
Με πήραν, άτυπα κι’ έτσι πήγα δυο φορές στην πρώτη Δημοτικού.

Όμως του καιρού τα γυρίσματα δεν μπορούσα να ορίσω
και μήτε τότε τα καταλάβαινα.
Όπως δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να φύγω από το σπιτικό μας.
και να μένω τώρα , στην αδερφή μου
Μα ήταν η χρονιά . Η μαύρη .


Ο μπάρμπα Αντρέας παλεύει στο κρεβάτι του και μόνο
η εκτίμηση και ο σεβασμός των συγχωριανών του,

θέτει ένανάτυπο συμβιβασμό και η προφυλάκιση μετατρέπεται
σε καθημερινή επίσκεψη του χωροφύλακα κάθε βράδυ στο σπίτι.
Δεν είχε προλάβει να μιλήσει.ενάντια στη χούντα
Μα γνωρίζανε τα πάντα για εκείνον.
Τόσα χρόνια πρόεδρος κοινότητας και πρόεδρος συνεταιρισμού
ήταν γνωστά και φανερές οι απόψεις του

και οι δημοκρατικές του αντιλήψεις .
Μα δεν τον πιέζανε για τούτα. .Βρήκανε άλλο κόλπο..
Βάλανε τη τράπεζα να του στέλνει συνέχεια εντάλματα,
αφού είχε υπογράψει, ως εγγυητής, για δάνεια
να κάνουν οι συγχωριανοί του ένα σπίτι της προκοπής.


Ο βαρύς ίσκιος της χούντας βάρυνε την καθημερινότητα .
Τραυμάτισε τις κοινωνικές σχέσεις .Σφράγισε στόματα .
Βούλιαξε στη θλίψη το πατέρα μου και έφυγε.
Μαζί του έφυγε και ο Μπάλιος το άλογο του.
Τρεις φορές έφαγε την καινούργια του τριχιά
και χλιμιτρισουσε και ποδοβολούσε στο παράθυρο του.
Άκουσε ο γέρος, το φίλο του ,

αφού ήταν φίλοι ποτέ δεν τον καβαλίκεψε,
ζήτησε από το Νικόλα ν’ανοίξει το παράθυρο,
έχωσε ο γερο Μπάλιος τη μουσούδα του μέσα ,
άκουσε από το φίλο του ,να του λέει
-εντάξει αγόρι μου φεύγουμε
πρόσταξε στον γιο του, να σβήσει τη γόπα του
που σιγόκαιγε στα δάχτυλα του τα κιτρινισμένα κι‘ έσβησε


Μικροί καιροί μίκρυναν ακόμη και οι μέρες του καλοκαιριού .
Τα καφενεία ερήμωναν νωρίς , μόλις σουρούπωνε.
Οι δρόμοι άδειαζαν και μόνο καληνύχτες άκουγες.
Δυνατές,στεντόρειες σαν να ήθελαν να δηλωθούν.
-Να τώρα πάμε σπίτι.
Ακόμη και τα ζωντανά ένοιωθαν τη μαυρίλα
Μεταβολίστηκαν . Αλλάξανε το βιολογικό τους κύκλο.
Ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού και βοσκούσαν
και πριν σουρουπώσει σταυλιζονταν , αφού
ποιος νοικοκύρης τολμούσε να μπει αργά στο χωριό .



Μικροί καιροί.Μεγάλες Λεύκες.
Μόνον οι λεύκες, οι λεύκες στην ακροποταμιά του Αχελώου,
ψήλωναν και καμάρωναν, στολισμένες με τις αηδονοφωλιές τους,
κρεμασμένες στο πιο ψηλό κι‘ ακριανό κλαδί .
Eκεί αντάμα με τα αηδόνια, τα μεσημέρια,
παίρνοντας παραμάσχαλα τα μολύβια και τα χαρτιά μου,
τσοπανόπουλο, αφού μικρό παιδί, δεν μπορούσα να προσφέρω αλλού
γαλήνευα τη ψυχή μου, τραγουδώντας, χωρίς κανείς να με ακούει,
αφού αγέρας έπαιρνε τη λαλιά μου,
κι‘ ο ποταμός, ο φίλος μου ποταμός,
ο άπονος, ο ληστρικός, ο ορμητικός,
που έντυσε στα μαύρα μανάδες,
με άφηνε να τον ακούω και να τον ζυγώνω.
Μα ποτέ δεν του έκλεψα σταγόνα, όσο κι‘ αν διψούσα.
Κρατούσα πάντα την ορμήνια της μάνας.
Αν βρέχει ποτέ κάτω από δέντρο.
Αν διψάς ποτέ για νερό στον Παλιοποταμο.


O κύκλος του δημοτικού σε λίγο κλείνει.
Μα η μάνα έπρεπε να φύγει για Αθήνα.
Ταξί, Νιω και Νικόλας έφυγαν νωρίς.
Με τη Νιω στο πίσω κάθισμα να χαιρετάει,
ψηλή, λυγερόκορμη,γλυκιά, ίδια νυφούλα.
Θα ανέβαινε, λέει, να δει την αδερφή της.
Μόνο τα μάτια του Νικόλα είχαν θαμπώσει.

Απόμεινε η αδερφή μου, να κομματιάζεται
μικρό κορίτσι, παντρεμένο και με παιδί
και με άντρες αδέρφια πέντε.
Το κουμάντο, η αγαπημένη μας αρχή.
Τη νύχτα ζύμωνε.
Τον άντρα της ξύπναγε άγρια χαράματα να φύγει
για δουλειά κι‘ από τα πόδια της,
την αυγή σύμπαγε τη φωτιά κι’ έφτιαχνε την καλημέρα μας.
Το κολατσιό φούρνιζε .Το μεσημέρι έστρωνε φαΐ.
Τ’ απογευματινά έπλενε στη σκάφη, κι ‘όλη μέρα
να πηγενοερχερται συνέχεια και να φροντίζει δυο σπίτια.


Ένα παγωτό, μια πορτοκαλάδα,
τις μέρες της κάψας, του καλοκαιριού
ήταν πάντα καλοδεχούμενα.
Μα που να τα βρεις και ποιος
να στα δώσει, χωρίς δραχμή στη τσέπη.
Τα χρέη του σπιτιού είχαν φτάσει στα ύψη.
Τα χρόνια της αρρώστιας του πατέρα, ρουφήξανε το όποιο μεδούλι
είχε μείνει και τώρα …
Η μάνα στην Αθήνα στους γιατρούς.
Οι τιμές για τα ζωντανά, το γάλα, το μαλλί,
βυθισμένες στο Δέλτα του Αχελώου.
Η σοδειά αν δεν έμενε απούλητη, έφευγε, χάνονταν στα χρέη.
Η τράπεζα άρπαζε πρώτη τους τόκους της
και το μερίδιο της κι’ έμεναν οι φαμίλιες να φυτοζωούν.
Τι κι αν είχαν ζωντανά και στρέμματα. Τι κι αν δούλευαν ολημερίς.

Μια τράπεζα, ολοστρόγγυλη, που ιδρύθηκε με τα λεφτά μας,
σαν συμμορία και με του κράτους την βούλα
και με το κλεπτεπωνυμο, Φίλη του Αγρότη,
ρουφούσε, εκμαύλιζε, άρπαζε, λεηλατούσε
κι΄ έσπρωχνε στην αστυφιλία και την εσωτερική μετανάστευση
ότι πιο δημιουργικό, ότι πιο παραγωγικό
διέθετε τούτος ο τόπος. Τα νιάτα.

Τα πιτσιρίκια, εμείς, ψάξαμε, δασκαλευτήκαμε,
το τρόπο μας τον βρήκαμε.

Μ’ ένα κουβαδακι στο χέρι σπυρί σπυρί
μαζεύαμε τα φασόλια που άφηνε η αλωνιστική μηχανή
και τα πουλούσαμε στο μπακάλη
κι‘ ακόμη μαζεύοντας αλουμίνια και σίδερα
που τα δίναμε στους γύφτους.
Μα και τις πρόκες ακόμη που βρίσκαμε στις οικοδομές,
τις ισιώναμε και τις πουλούσαμε,
ίδια μυρμήγκια ,ξυπόλητα και γυμνά.
Η πατούσα μας δεν είχε, μήτε φτέρνα,
μήτε πιθαμή Αχίλλειο και αν πατούσαμε καμία πρόκα,
μόνοι μας, με σανίδα βαρούσαμε να βγει το αίμα
το μολυσμένο και κατουρούσαμε τη πληγή.


Eτσι φτάνω να τελειώνει και η έκτη δημοτικού
Να παρω και παλι Δεκα με τονο.
Να ερθει και παλι η αδερφη μου στη γιορτή του σχολείου
και να με κεράσει χωνάκι παγωτό.
Ποτέ κανείς από τ’ αδέρφια μου δεν ανησύχησε για τη πρόοδο μου.
Ποτέ δεν με διαβάσανε ποτέ δεν με ρωτήσανε αν διάβασα.
Ήταν για όλους και για μένα κάτι συνηθισμένο.
Όμως μέρες κάτι πριν φτάσουμε στη γιορτή
και αφού είχαμε αρχίσει πρόβες, λίγο πριν καθαρογραφούν
τα απολυτήρια, ένα σούρουπο ήρθε σπίτι μας ο Δάσκαλος.
Σκέφτηκε, λέει, για να μη ζοριστώ στη πρώτη του Γυμνασίου
να μη μου βάλει Δεκα, τη τελευταία χρονιά.
Δεν δεχθήκαμε και γω και ο αδερφός μου.
Για μένα ήταν η ανταμοιβή μου και την ήθελα
Πήρα τα ο παγωτό μου, το απολυτήριο μου
και ξαναγύρισα σε μένα.


T’ αδέρφια μου άρχιζαν σιγά να σκορπίζουν
να ανοίγουν τα φτερά τους, για κείνα, στο μεροκάματο.
Η μάνα στη Αθήνα και μόνο για λίγο τα καλοκαίρια
ήταν μαζί μας. Όταν υποχωρούσαν κάπως οι πόνοι.
Για να μας δει λίγο, να την δούμε και να ξαναφύγει
Ούτε που νοιαζόμουν για τα αποτελέσματα των εξετάσεων
για το Γυμνάσιο.

Ήταν κι’ αυτό για μένα,σαν ένα παιχνίδι που το ήξερα χρόνια.
Oπως και έγινε, εγώ πήγα γυμνάσιο και γνώρισα καινούργιους
φίλους και παρέες μα γύρισε η μάνα.
Για να φύγει, να συναντήσει το σύντροφο της.


Eρήμωσαν όλα, μαράθηκαν, χορτάριασαν οι αυλές μας.
Έμεινα μόνος, με το Νικόλα.
Χαλάστηκαν και τα ζωντανά μας ελάχιστα κρατήσαμε με ζόρι μεγάλο
Έφυγε και η αδερφη μου.
Αποφασίζω να φύγω, να ανέβω Αθήνα μαζί της .
Δύσκολα όμως τα χρόνια και το έβλεπα στα μάτια της
Δεν το άντεξα και γύρισα πίσω.

Τα γεγονότα του Νοέμβρη με βρίσκουν στο χωριό.
Τόλμησα να πω ότι στο Πολυτεχνείο είχαμε νεκρούς
και το σούρουπο ήρθε ο χωροφύλακας στο σπίτι.
Το δεύτερο κύμα της χούντας του Ιωαννιδη ήταν το πιο σκληρό.
Για τη χώρα μας τότε κείνα τα χρόνια, η νύχτα έπεφτε νωρίς
κι’ η μέρα αργούσε να ξημερώσει.


Η Δημοκρατία ήρθε τραγικά ,με τη τραγωδία της Κύπρου.
Η Χούντα έπεσε αφού πρώτα επί επτά χρόνια,
κατήργησε κάθε ανθρώπινο και δημοκρατικό δικαίωμα
λογόκρινε, στιγμάτιζε, παραπληροφορούσε,
βίαζε σάρκες και ψυχές, φίμωσε τον ανθό της διανόησης
της προσφοράς, της κοινωνικής αλληλεγγύης
και στέρησε χρόνια, ανάπτυξης και πολιτισμού.
Κείνη τη χρονιά δεν θυμάμαι αν χαιρόμουν.
Θυμάμαι μόνο μια μελαγχολία και μια μοναξιά.

Είχαν φύγει όλοι επιστρατεύκηκαν, σε μια επιστράτευση παρωδία.
Με δανεικά ,πήρα και παλι δρόμο της περιπέτειας
Ανέβηκα και παλι Αθήνα. Στη θεια μου, την αδερφη της μάνας μου,
χωρίς πλάνο και μπούσουλα.
Μόνο με το ένστικτο ,μη λογαριάζοντας τίποτα
και κουβαλώντας στο δισάκι της καρδιάς
τα γιασεμιά, τις ασπρισμένες αυλές,
τις λεύκες και τα αηδόνια.


Αλκυονίδες μέρες
Με ασταθή βήματα, η Δημοκρατία, σιγά σιγά ορθώνεται.
Οι θεσμοί αρχίζουν να λειτουργούν.
Η πολυφωνία επανέρχεται, οι εφημερίδες με μεγάλους τίτλους
κάθε μέρα αναγγέλλουν τις αλλαγές και πιέζουν για περισσότερες τομές.
Τραγούδια και βιβλία απαγορευμένα ξανακυκλοφορούν
και με συναυλίες, πορείες και εκδηλώσεις,
κόσμος, φορείς, κόμματα, γιορτάζουν, θυμούνται,
τιμούν και εδραιώνουν την Λευτεριά.
Άλλος αέρας φυσάει.
Τώρα δουλεύω στο τυπογραφείο μιας παραχριστιανικης οργάνωσης
και το βράδυ σχολείο.
Και τις Κυριακές το πρωί απαραίτητα στην εκκλησία
και το απόγευμα υποχρεωτικά κατηχητικό.
Eνα ρεπό δοσμένο ολάκερο στους παπάδες. Πνίγομαι.
Φεύγω από τη θεια μου και μετακομίζω στην αδερφη μοu
Παραιτούμαι και από την δουλειά των παπάδων,
ανήμερα Μεγάλη Τετάρτη, αφού κατάλαβα, πως όταν εμείς
νηστεύαμε επί ποινή απόλυσης, κείνοι καταβρόχθιζαν ότι βάλει ο νους.
από κρέατα, γάλατα, τυριά και οτιδήποτε μη νηστίσιμο.
Έχω μπροστά μου ακόμη την εικόνα με το τραπέζι στρωμένο.
Το είδα με τα μάτια μου, αφού πρώτα, σαν λωποδύτης,
παραβίασα την εντολή τους και άνοιξα την πόρτα.
Τότε κατέρρευσε μέσα μου κάθε δέος και σεβασμό που είχα
για τους μεγαλόσχημους ιερωμένους και επανήλθε πιο βαθιά η πίστη μου
στης μάνας μου την αγνή και ταπεινή, αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους.

Η χρονιά με βρίσκει στο Πειραιά στα Καμίνια

εκεί μετακομίσαμε σε ένα σπίτι με αυλή και λουλούδια.
Μια γειτονιά όμορφη ανθρώπινη.
Δεν δουλεύω και οι οικονομίες μου στερεύουν, όμως παρά τις πιέσεις
αρνούμαι να πάω στις φάμπρικες, που είχαν πάντα και μόνιμα αναρτημένες
τις πινακίδες ..ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΤΕΣ
Και ένα πρωινό κατεβαίνω στο κέντρο του Πειραιά
και στη βιτρίνα ενός επώνυμου καταστήματος γυναικείων ενδυμάτων
βλέπω την αγγελία  … ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΜΙΚΡΟΣ
Αυτό ήταν, το αποφάσισα εδώ θα δουλέψω όχι στη φάμπρικα
Η πρώτη μου δουλειά κάθε πρωί ήταν να σκουπίζω το πεζοδρόμιο
και να καθαρίζω τις βιτρίνες ,όμως για πολύ λίγο .
Γρήγορα ζήτησα ευθύνες και συγκεκριμένη δουλειά
και έτσι ανέλαβα τις εξωτερικές εργασίες.
Είχε τώρα απολυθεί από το στρατό και ο αδερφός μου
και μέναμε μαζί σε δικό μας σπίτι
Υπέκυψα όμως στις πιέσεις να αφήσω το Γυμνάσιο και να γραφτώ στον
Πυθαγόρα για μηχανικός στα καράβια.
Kατι που δεν τήρησα, δεν πάτησα ποτέ στη σχολή.
Τώρα ότι αφορά εμένα, εγώ αποφασίζω .
Η Αθηνά φίλη και συνάδελφος για ένα καλοκαίρι
φοιτήτρια της Νομικής με κατάλαβε και με ξανάβαλε
στα χνάρια της μάθησης χαρίζοντας μου ένα βιβλίο του Μ. Λουντέμη .
Δεν την έχω ξαναδεί ποτέ.
Ξαναγράφτηκα στο Λύκειο.
O αδερφός μου παντρεύτηκε και γω άνοιξα δικό μου σπιτικό
Τώρα είχα τη στήριξη από δυο αξιόλογες κύριες και εικοσιπέντε
πανέμορφα κορίτσια.
Ήμουν το δικό τους ,το μόνο τους αγόρι .
Τώρα τα πρωινά αν δεν έτρωγα δυο αυγά χτυπημένα με ζάχαρη
δεν με άφηναν να πιω καφέ δεν άρχιζα δουλειά .
Κάθε πρωί ένα κορίτσι φρόντιζε γι’ αυτό.
Ήταν εντολή ,από τις δυο κυρίες , τ’ αφεντικά
και τα μεσημέρια μου να πάω δίπλα στο εστιατόριο να φάω .
Ποτέ δεν πλήρωσα κάτι ούτε για τα πρωινά,
ούτε για καφέ ,ούτε για τα γεύματα .
Αν πω τώρα ονόματα είναι νωρίς…

Δεν ήμουν πια το χωριατόπαιδο.

Με αποδέχτηκαν, φίλοι, συμμαθητές, καθηγητές.
Κρυφά και γω, προσάρμοσα την συμπεριφορά μου και την ομιλία μου.
κα έφτασα να έχω, ότι ποθώ, λεφτά, σπίτι, φίλους, ταίρι.
Το κορύφωμα μου, τα θέλω μου γίνονται καθημερινότητα χειροπιαστή.
Ανέλαβα γενικό κουμάντο στην εταιρεία.
Εκλέχτηκα, πρόεδρος, όλων των προέδρων σε Γυμνάσιο και Λύκειο.
Οι φίλοι μου έμπαιναν και έβγαιναν όποτε ήθελαν στο σπίτι μου.
Είχαν όλοι τους κλειδιά. Τα κορίτσια έκαναν την καθαριότητα.
Τα αγόρια βάφανε ότι χρώμα ήθελαν εκείνοι το σπίτι.
Τις Κυριακές όλοι μαζί εκδρομή με ότι μέσον μεταφορικό είχαμε.
Βάζαμε όλοι ότι είχαμε στις τσέπες μας, κοινό ταμείο, φεύγαμε
και όπου μας βγάλει η άκρη.
Ταμίας, ο Αντρέας.
Πάντα τα κατάφερνε να βρίσκει λύσεις στα οικονομικά
και να βγάζει χαρτζιλίκι.
Οδηγός, ο Στέλιος. Μάννα του λόχου η Δήμητρα
και γω να απολαμβάνω, τη ζεστασιά τους ,τη φροντίδα τους
μα και την ασφάλεια τους.
Ο Στέλιος, ο Κώστας o μποξέρ,
ο Γιάννης ο βιολιστής, ήταν οι τρεις μου σωματοφύλακες.
Μαζί με τη Δήμητρα, φρόντιζαν τα πάντα για μένα.
Να φάω στην ώρα μου, αν με στεναχώρησε κάτι,
αν με πείραξε κάποιος και γω το μόνο που έκανα
να τους μαζεύω και να διαβάζουμε μαζί,
όλοι, ένα μικρό φροντιστήριο.
Παιδιά όλοι μας νυχτερινού σχολείου και του μεροκάματου
μοιραζόμασταν την αγάπη, τη γνώση, τη τρέλα.

Τελειώνει η φοίτηση μου στο Λύκειο και έχω στείλει τα χαρτιά μου
σε αμερικάνικο κολέγιο όπου και με δέχτηκαν.
Έπρεπε όμως να αποδείξω ότι πάω για σπουδές και όχι για δουλειά
να έχω λοιπόν κατάθεση σε λογαριασμό τραπέζης ένα εκατομμύριο δραχμές..
Δεν είχα και δεν καταδέχτηκα να ζητήσω .
Άλλωστε το ποσόν ήταν πολύ μεγάλο τον καιρό εκείνο .
Οργάνωση αριστερής νεολαίας μου πρότεινε να παραιτηθώ από πρόεδρος του σχολείου
να αναλάβω αντιπρόεδρος για να υπάρξει συνέχεια
και με έξοδα του κόμματος να με στείλουν για σπουδές .
Παραιτήθηκα από πρόεδρος., κράτησα μόνο την αντιπροεδρία
για να βοηθήσω τον καινούργιο.
Απέφυγα διακριτικά την προσέγγιση τους ,
διέκοψα την αναβολή στρατού ,ξενοίκιασα το διαμέρισμα ,
πήρα τα λεφτά μου, χαιρέτησα την αδερφη μου κι’ έφυγα για Κόρινθο
Η νύχτα μου έπρεπε να ήταν ατέλειωτη, πριν την εισαγωμη μου στα κάτεργα και ήταν,
αφού οι δυο φίλες μου, του ίδιου πατέρα και της ίδιας μάνας κόρες ,
φρόντισαν γι’ αυτό .

Το φανταριλίκι
Η Κόρινθος με κράτησε δυο μήνες με πέντε μέρες στέρηση εξόδου ,
αφού βγήκα εξοδούχος με αλλουνού συναδέλφου ταυτότητα
Η Θήβα έπειτα με περίμενε με το σεισμό της
και τον πιο βαρύ χειμώνα,των τελευταίων χρόνων .
Κρύο πολύ, αβάσταχτο, τα χέρια μας τρέμαν ,τα χείλη πάγωναν,
ο ανδρισμός μας χαμένος.,
Οι καταστροφές ήταν μεγάλες κι’ ο κόσμος αλαφιασμένος επιθετικός .
Σε μια στιγμή απόγνωσης ,πολίτης επιτέθηκε στον Λοχαγό μου,
για ένα αντίσκηνο , εκείνος έβγαλε πιστόλι και παραλίγο να γίνει το κακό.
Το πρόλαβα , έδωσα το αντίσκηνο
και παρεκάλεσα τον Πρόεδρο της Κοινότητας να βάλει μια υπογραφή .

Θεσσαλονίκη, εδώ ο τρίτος σταθμός της θητείας μου.
Η ομορφιά της πόλης ανείπωτη, εδώ θα φάω τα λεφτά μου
θα ζήσω νύχτες κι ‘αξημέρωτα πρωινά
με του Βαρδάρη το παγωμένο αγέρι και τη καρντασίνα .
Άρχισα πια να παλιώνω, άλλαξα και παλι πόλη , έβγαλα ασκήσεις επί χάρτου
και με πραγματικά πυρά ,υπηρέτησα και τη φυλακή μου
απολύθηκα και πίσω στα λημέρια μου, στη δουλειά μου ,στο σπίτι μου,
που το ανάστησα και παλι από την αρχή .
Μεγάλωσα , τώρα έπρεπε να σκεφτώ.
Χρήματα είχα. ,δουλειά είχα.,
το στράτευμα μου έδωσε την ωριμότητα
μα και παλι ήμουν μόνος, αναλώσιμος και της μιας νύχτας.
Τα Σάββατα και για ένα τέταρτο και μόνο έκανα επίσκεψη στην αδερφη μου .
Έπρεπε να βρω τα ενδιαφέροντα μου και τα βρήκα

Ο γυρισμός
Φίλοι, πολιτικοί σύντροφοι και πρώην συμμαθητές, όλοι μαζί
και κρατώντας ο καθένας μας
τις πολιτικές του απόψεις και τις προσωπικές του προτιμήσεις,
συστήσαμε το Θεατρικό Εργαστήρι Εργαζόμενων Νέων Πειραιά .
Κάθε σούρουπο μετά τη δουλειά αγόρια και κορίτσια
τρέχαμε στο Εργαστήρι για πρόβες , αναγνώσεις νέων κειμένων,
για τα ηχητικά ,τα ηλεκτρολογικά. το μακιγιάζ ,τα σκηνικά ,
τα κοστούμια ,όλα μόνοι μας ,όλοι μαζί ,
μια παρέα, .μια ομάδα… και τις Κυριακές να τρέχουμε
στις γειτονιές του Πειραιά ,της Αθήνας ,της Αττικής ,
μα και στη Πάτρα και το Αίγιο. να δίνουμε παραστάσεις .
με μόνη ανταμοιβή μας το χαμόγελο των απλών ανθρώπων.
Δεν πήραμε ποτέ και κανένας δραχμή..
Δεν πήραμε ποτέ αμοιβή ούτε επιχορήγηση
από κανέναν σύλλογο, η και φορέα
Δεν βάλαμε ποτέ εισιτήριο στις παραστάσεις ,
όλα τα έξοδα από τις τσέπες μας ,ότι και όποτε μπορούσε ο καθένας .
Οι μέρες μας τότε ,ήταν μέρες χαράς, δημιουργίας και προσφοράς.


Μα ένα γεγονός ,ένα θέμα μυστήριο που δεν έλυσα
ακόμη και τώρα ,τόσα χρόνια μετά με βασανίζει.
Στη παρέα μας ήρθε τότε και την καλοδεχτήκαμε μια κοπελιά στην ηλικία μας.
Δεν ήταν φανταστικά όμορφη μα πολύ γλυκιά
και με καλές αναλογίες
Συνηθίζαμε μέχρι να μαζευτούμε oλλοι να πίνουμε το καφεδάκι μας ,
στο καφενέ, μπροστά από το στέκι μας, στη μικρή πλατεία.
Εκεί είχαμε και λίγο χρόνο να γνωριστούμε καλύτερα.
Η κοπελιά, όπως μας είπε ήταν παντρεμένη με ναυτικό
που ταξίδευε και ήταν πολύ χαρούμενη που βρήκε παρέα
και ενδιαφέροντα, καινούργια.
Πάνω στα γέλια και τα καλαμπούρια μας, χαλαρά και με αυτοπεποίθηση
μπροστά σε όλη τη παρέα με ρώτησε αν τη θυμάμαι ,
Δεν την ήξερα , δεν μου θύμιζε κάτι και απάντησα αρνητικά
Επέμενε στην ερώτηση της και παλι αρνητική ήταν η απάντηση .
Τούτο συνεχίστηκε για μήνα περίπου, μέχρι που άρχισα να σκέφτομαι
ότι κάνει πλάκα η κάποια εμμονή την κατατρέχει .
Ήξερε όμως πολλά για μένα και την προσωπική μου ζωή
και σύναμμα, δήλωσε πως κοιμηθήκαμε μαζί
και πως λίγο πριν πάω φαντάρος χωρίσαμε
Εγώ επέμενα πως πρώτη φορά τη βλέπω .
Οι άλλοι όμως, βλέποντας την επιμονή της με αρχίσανε στο ψιλό γαζί
Άρχισα να τρελαίνομαι, να αμφιβάλω για τη μνήμη μου
Ήταν και η καζούρα των άλλων και το ότι ήταν παντρεμένη
[ αυτό διασταυρωμένο , το έψαξα και έμαθα και διεύθυνση και
τηλέφωνο ] και δεν μπορούσα να απαντήσω όπως θα ήθελα .
Πάω στο φίλο μου το Στέλιο .
-Αύριο θα έρθεις στο Θεατρικό, του λέω
-Μουρλέ , σου τοπα , δεν κατέχω τη τρέλα σου και δεν έρχομαι
-Άλλο σε θέλω να έρθεις
- Τι άλλο... λεφτά ? δε πέρασε μήνας που έδωσα , ακριβό είναι το χόμπι σας
- Δε θέλω λεφτά ,γκόμενα , είναι στη μέση θα έρθεις ?
- Καλή ? έρχομαι
- Άσε τις μαλακίες , εμένα τυραννάει
Του τα λέω όλα με το νι και με το σίγμα και αρχίσαμε να γυρνάμε το
χρόνο πίσω και φτάσαμε στις κραιπάλες μας στο κότερο.
Εκεί κλειδώσαμε την αναζήτηση.
Ο Μπάμπης, καλή του ώρα ,Παπά Χαραλάμπης τώρα ,
όλο το χειμώνα φρόντιζε ,σαν να λέμε , φύλακας ,
ένα κότερο στο Πασσαλιμανι.
Εκεί με τσάμπα ποτά , πολλά Σάββατα ξεσαλώναμε.
-Λες ρε μουρλέ να πήδηξες καμία κείνα τα βράδια και να μη θυμάσαι?
-Τι λες ρε μαλάκα ? εσύ δεν θα την ήξερες ?
- Αυτό να μου πεις .Τότε τι θέλει ?
- Δε ξέρω , γι’ αυτό σου λέω έλα αύριο
- Θα έρθω και άμα το πάει το γράμμα της το δίνω ?
- Όχι .
Την επόμενη ο Στέλιος ήρθε και δεν αναγνώρισε τίποτα .
Η κοπελιά έφυγε , χάθηκε ,όπως ήρθε .
Δεν την ενόχλησα ποτέ και δεν ποτέ δεν έδωσα στο Στέλιο στοιχεία της
-Ένα γράμμα θα της δώσω , ρε μουρλέ ,σιγά τι κάνεις έτσι.
- Όχι είπα..

Έτσι περνούσε ο δικός μου ο καιρός

Η δουλειά μου έδινε τα πάντα και πέρα από το μισθό ήταν πληρωμένα
ενοίκιο ,νερά ,φως , κοινόχρηστα ,τηλέφωνα ένδυση, υπόδηση, μεταφορές, γεύματα .
Με λίγα λόγια τα πάντα και σε αφθονία.
Δεν έδινα λογαριασμό σε κανένα και για τίποτα
Αποφάσιζα και ενεργούσα., με μόνο γνώμονα,
να μην βλάψω τα συμφέροντα της εταιρίας
και να αυξήσω τα κέρδη της.
Και όταν διαφωνούσα με την ιδιοκτήτρια
πολύ συχνά και έντονα για το που σπαταλάω τα λεφτά μου
πράγμα γνωστό και χιλιοειπωμένο , είχε όμως παράδειγμα σπατάλης τρανό
εκατομμύρια  δραχμές  έφαγα σε όλο το στρατιωτικό μου
δεν προλαβαίνανε να στέλνουν επιταγές ,
για μέρες και οι δυο μας βάζαμε ζελοτειπ στα χείλη μας
και άφηνε ο ένας στο γραφείο του αλλού σημειώματα
Εκείνη ήθελε να φροντίσει, να προστατέψει ένα παιδί που μεγάλωσε στα χέρια της
Ένα παιδί ατίθασο όμως και πεισματάρικο, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του
και δεν επιθυμούσε να ακούει συμβουλές .
Ήταν μια σχέση που αργότερα θα έφτανε.

Απ΄τις ψηλές βουνοκορφές στ'απύθμενα φαράγγια
Κείνο το πρωινό του Μαγιού τίποτα δεν προμηνούσε ,
μήτε σημάδια μήτε λέξεις, τι θα αντίκριζα, τι θα γνώριζα., τι θα άκουγα.
Ανεβαίνοντας την κεντρική σκάλα για το γραφείο
άκουσα από την μεριά του ταμείου , δυο καλημέρες,αντίκρισα δυο κορίτσια .
Ένα χέρι μου προτάθηκε να χαιρετίσω και δυο χείλη,
γλυκά. τριανταφυλλένια μου συστήθηκαν..
-Καλημέρα., με λένε Μαρίνα .
-Καλημέρα., είμαι ο Κώστας.
-Είναι η κοπέλα που λέγαμε για το ταμείο …
{συμπλήρωσε βιαστικά η Τασούλα }
-Ωραία … απάντησα . Μάθε την γρήγορα και σωστά
Πριν λίγο καιρό είχε μπει το καινούργιο ταμειακό και μηχανογραφικό
σύστημα και ήταν κομμάτι δύσκολο για όλους
Μα και οι άδειες και τα ρεπό έπρεπε να δοθούν
Περιμέναμε κορίτσι για το ταμείο. Το θέλαμε..
Όμως στην φούρια της δουλειάς ήταν το τελευταίο
που θα μπορούσα να συγκρατήσω.
Οι πρώτες μέρες με την Μαρίνα ήταν γεμάτες
αριθμούς και χρήματα
Λίγο το το σύστημα Λίγο τα λάθη της Μαρίνας.
Λίγο η ψιλοαδειαφορεία της Τασούλας, τα ελλείμματα,κάθε που έκλεινε το ταμείο
ήταν μεγάλα και έπρεπε να διαγραφούν λογιστικά ,
γι αυτό και μέναμε μόνοι μας στο κλείσιμο λίγο παραπίσω.
Ύστερα δεν κατάλαβα και δεν θέλω ακόμη να καταλάβω
ποτέ γίναμε ζευγάρι .
Θυμάμαι όμως τη Μαρίνα,να λέει,εκεί στη γωνιά πίσω από το ταμείο …
-Τα χέρια σου , πάνε πιο μπροστά από τα λόγια σου.
Όταν μπροστά σου έχεις ένα πλάσμα πανέμορφο,
της νιότης στολίδι,τι να μιλήσεις και τι να πεις
Τα κορμιά που σπαρταράνε, το μυαλό που δεν σαλεύει και οι καρδιές
που φουντώνουν φράζουν το λόγο
και τις ανάσες αφήνουν μονάχα να περνούν
.
Κορμί, καρδιά και μυαλό σαν δε ξεχωρίζουν και
Ως Τριάδα , ομοούσιος και αχώριστος γίνονται ένα
Ερωτάς είναι τότε , χυμώδης δροσερός και αγάπη δυνατή
Καρδούλα μου έτσι έχω μάθει
Να ερωτεύομαι και να αγαπώ
Με τη καρδιά , με το κορμί , με το μυαλό

Τις φίλες της δεν τις είχα γνωρίσει ακόμη
Μου είχε πει μόνο πως ήταν η Τασία και η Καίτη
Η Καίτη μαλιστα ειχε τότε και ένα μικρό Φιατακι
και μ’ αυτό κάνανε τις μικρές τους αποδράσεις
Η Τασία έμενε με την αδερφή της , αξιωματικό του Λιμενικού
και είχε ελευθερία κινήσεων περισσότερο.
Το σπίτι το δικό μου και της Μαρίνας απείχαν μόνο δυο τετράγωνα
Έτσι βόλευε στο να ξεμυτίσει έστω και για μια ώρα, τα βραδάκια
αφού οι γονείς ,δεν ήξεραν τίποτα ακόμη.
Αργότερα, όταν γνώρισα και τις φίλες της ,
τη κάλυψη ανέλαβε η Τασία
που και το δικό της σπίτι ,ήταν κοντά μας ,ούτε μισό τσιγάρο δρόμος .

Όταν έγινε γνωστό στο μαγαζί, ότι εμείς οι δυο έχουμε σμίξει
η αφεντικινα , μου επέστησε τη προσοχή σε έντονο ύφος
- Πρόσεχε κακομοίρη μου είναι κορη του ..
και ξαδέρφη της Χαρίκλειας και της Ισμήνης και γνωρίζω την οικογένεια της πολλά χρόνια
Η Χαρίκλεια ήταν η οδοντογιατρίνα της ,
και η Ισμήνη είχε το πιο καλό εργαστήριο φασόν που συνεργαζόμαστε
πολύ στενά και ήταν και φίλες
Ρεγγίνα , η ιδιοκτήτρια και η Ισμήνη ήταν ένα και το αυτό.
Μαζί πηγαίνανε δυο φορές το χρόνο στο Παρίσι και τη Ρώμη
για ενημέρωση στις εκθέσεις, μα και στο καζίνο στη Πάρνηθα.
Αγαπημένη τους και προσφιλή συνήθεια .
Δε τρόμαξα , η οικογένεια της δε μου έλεγε κάτι και δεν είχα σκοπό
να βάλω τις ξαδέρφες τις κριτή μας, ούτε και την Ρεγγίνα ,
ούτε και να παρω την άδεια τους .
Στενέψανε όμως πολύ τα πράγματα και δεν άργησαν να έρθουν
οι γκρίνιες και οι τσακωμοί
Η Ρεγγίνα πίεζε, η Ισμήνη το έμαθε και είχε λυσσάξει.
Χρόνος να ανταμώσουμε έστω και λίγο δεν βρισκόταν.
Οι γονείς της την περιόριζαν μετά τη δουλειά στο σπίτι
και όλα πήγαιναν στραβά και ανάποδα .

Η ρήξη ήρθε ως καταιγίδα βιβλική
Τόλμησε κάτι αδιανόητο για μένα, να επιστρέψει όλα τα κοσμήματα
που με τόση χαρά της είχα χαρίσει και τόση χαρά είχε αποδεχτεί.
Με όσα η γυναικεία φύση και φιλαρέσκεια
επιβάλει την είχα κοσμήσει, τώρα μου τα επιστρέφει.
Εκεί μπροστά σε όλους, σε εργαζόμενες και πελάτισσες.
Στο ισόγειο , στο μέσον του μαγαζιού.
Ένα αριστερό κουπουπιε τίναξε την προσβολή στο δρόμο
Πέταξε στη λεωφόρο τη ντροπή
Μέρες ολάκερες κορίτσια και περαστικοί
αναζητούσαν στη λεωφόρο κοσμήματα και χρυσαφικά
Θυμώνω ,θέλω να παρω εκδίκηση και σκοπό μου και μοναδική μου έγνοια βάζω να πηδήξω
και τις δυο φίλες της και να το ξέρουν και να το μάθουν
και οι τρεις και όλοι , να μη φιλάω μυστικά
από καμιά τους, να κουβαλάνε αυτές τις ντροπές και γω τα λάφυρα

Παρασέρνω την Τασία στη Πειραϊκή στο ουζάδικο και την ποτίζω
Ρίχνω δάκρυ. Ζητώ συμπόνια και συμβουλές..
Μπερδεύω λέξεις και έννοιες να μην προλαβαίνει
Της χαρίζω το φεγγάρι, στα βράχια εκεί, δικό της και μοναδικό στολίδι
Κλαίει για τη φίλη της και το χωρισμό μας
και τα χαράματα στο κρεβάτι μου παραδόθηκε
Μου στοίχισε ο κούκος αηδόνι, μα την πήδηξα .
Ξημέρωσε η Κυριακή και ήρθε το απόγευμα .
Κτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν η Τασία.
-Βγες στη πλατεία, μου λέει. θα είναι και η Μαρίνα
θέλω να της τα πούμε όλα ,δεν το αντέχω το χθεσινό
- Ότι πεις , είπα χαιρέκακα
άμα εσύ το θέλεις κανένα πρόβλημα
Η εκδίκηση ήρθε ζεστή και θα έκαιγε εκείνες .
σαν καυτή σούπα καλοκαιριάτικα
Η συνάντηση κράτησε μόνο λίγα λεπτά και ήμουν σκληρός.
- Μαρίνα , θέλω να σου πω πως χθες το βράδυ εγώ και η Τασία πηδηκταμε
και το απόλαυσα. Λεπτομέρειες αν σε ενδιαφέρουν θα σου πει η φίλη σου

Ο χωρισμός με είχε τραυματίσει βαθιά.

Ξέσπαγα κάθε μέρα σε ότι έβρισκα μπροστά μου .
Έγινε το σπίτι ρημαδιό. Δεν έτρωγα και τις βραδιές τριγυρνούσα,
ίδιος αδέσποτος σκύλος , στα στενά και τις λεωφόρους
ρουφώντας ατέλειωτα τσιγάρα.
Πονούσα και την ήθελα Τη ποθούσα
Με πλήγωνε πολύ να στέκει εκεί στο ταμείο και για μένα
ούτε ένα ματιά , ούτε μια λέξη.
Μα ήμουν άδικος , κακός, σιχαμένος ,ηλίθιος και έπρεπε τώρα να πληρώσω
Ας είχα μυαλό , ας δεχόμουν Χριστέ μου τη προσβολή …
Πόσοι και πόσοι δεν με εχουν προσβάλει
κι’ έπειτα τι ήθελα να εκδικηθώ ?
Αυτά με μάθανε οι γονείς μου ?
Ήμουν ανάξιος ποταπός , Ντρεπόμουν .
Ντρεπόμουν ,τη μυρωδιά μου , τη φάτσα μου
και τούτος ο Νοέμβρης συντηρούσε την θλίψη μου και τη γύμνια μου
Ήμουν κενός , σάκος άδειος, κουρέλι.

Ξημέρωσε η μέρα των γενεθλίων της και το ξεχνάω και αυτό
Το θυμάμαι γύρω στις πέντε το απόγευμα
Προσπαθώ αλαφιασμένος να παρω τηλέφωνο
να της πω χρόνια πολλά, να κάνω το πρώτο βήμα.
Μα δεν έχω, η συσκευή είχε σπάσει, είχε δεχθεί και κείνη
τη μηνι, την οργή μου
Τρέχω στο μαγαζί, αρπάζω μια συσκευή, τη φέρνω στο σπίτι,
παίρνω τηλέφωνο μα δεν το σηκώνει. Τρελαίνομαι.
Ντύνομαι βιαστικά , βγαίνω στο δρόμο , φτάνω στη πόρτα της
κτυπάω το κουδούνι, εξαφανίζομαι γρήγορα ,γυρνώ στο σπίτι μου τρέχοντας
και παίρνω ξανά τηλέφωνο .
Τώρα το σηκώνει και ίσα που προλάβαμε να πούμε
-Χρόνια σου πολλά . Πολύχρονη
- Ευχαριστώ πολύ
Ώρα οχτώ το βραδάκι και έχω βγει από το μπάνιο .
Το τηλέφωνο χτυπά και ήταν η Μαρίνα . Η καρδιά δεν χτυπά φτερουγίζει.
Ω ,,,Θεέ μου τι ακούω ..Είναι αλήθεια ?
Είμαι ξύπνιος η ονειρεύομαι ?
Μου προτείνει να πάω μαζί της το βράδυ
Θα κεράσει, λέει, τους φίλους για τα γενέθλια της
και μαζί αν θέλω και μένα.
Αποδέχτηκα την πρόσκληση και πήγα.

Φίλοι και φίλες παντού άγνωστοι όλοι.
Γέλια χαρές και γω, δίπλα της και πουθενά.
Ήμουν απλά ένας γνωστό της , ένας συνάδελφος
Στα κεράκια, στα Χρόνια Πολλά,
την αρπάζω ,την αγκαλιάζω της ρουφάω τα χείλη
και απαντώ στα ξαφνιασμένα βλέμματα.
- Δυστυχώς για όλους σας. Δεν είμαι απλά ένας φίλος της Μαρίνας.
Είμαι αυτός που πηδάει την Μαρίνα.
Έπρεπε να γίνουν όλοι κοινωνοί να το μάθουν
Να νοιώσουν τη στερηση που θα έρχονταν
Που δεν θα ήταν η φίλη τους , μα η δική μου και πρώτα δική μου.
Με γέλιο αναγκαστικό και κρύο, και με λίγο ποτό παραπάνω
ξεπέρασαν την αμηχανία τους.

Άγγιγμα θανάτου..

Αν θέλει η Ζωή να σκαρώσει παιχνίδια ,παιχνίδια τραγικά ,
πόνου και οδύνης με τρόπο άψογο και αριστοτεχνικό ως ευφάνταστη συγγραφέας
και σκηνοθέτης αντάμα ,επιλέγει πρόσωπα., χρόνο και τόπο
και σε ένα κρυφτούλι με τον Θάνατο συνεργούν
ώστε μετά ζωντανός και κείνη την ίδια τη ζωή να μην αρνείσαι ,
μα και εκείνον τον ίδιο τον Θάνατο
να τον κάνεις φίλο και αδερφό για να έχεις το δίλημμα όταν σημάνει η ώρα
ποιον θέλεις ν’ ανταμωσεις και ποιον ν’ αποχωριστεις


Οι γιορτές πέρασαν τόσο γλυκά και τοσο ευτυχισμένα
που θαρρείς η πλάση γιόρταζε μονο για μας..
πως η γέννηση Του Θεανθρώπου συνέβη μόνο στις δικές μας καρδιές
και πως το καινούργιο έτος σαν φεγγάρι ολόγιομο γλίστρησε
μόνο στη δική μας κάμαρα ,στο δικό μας κρεβάτι.
Είχαμε κρύψει από όλους ότι σμίξαμε και παλι
Είπαμε και δυο λόγια παραπάνω σε τρίτους ο ένας για τον άλλο
Να δέσει πιο πολύ το ψέμα να γίνει πιστευτό και αποφύγανε τις πιέσεις .


Ήρθε η μέρα του Αη Γιαννιού.
Από μέρες είχε φροντίσει για το ντύσιμο μου και το βράδυ
στη γωνία του δρομου πριν την καληνύχτα…
μου ίσιωσε την γραβάτα με φίλησε και χωρίσαμε..
Δεν μπορούσε να ήταν μαζί μου εκείνη τη νύχτα
Θα πήγαινα μόνο εγώ .
Όλοι μαζί ,σοι ολόκληρο αδέρφια ,νύφες, παιδιά
και ο γαμπρός ,ο τιμώμενος θα το γλεντούσαμε στην Νεράιδα..
Το γλεντήσαμε μέχρι το πρωί και περάσαμε όμορφα
Τα χαράματα όσοι χωρούσαν στα αυτοκίνητα αναχώρησαν.
Εγώ και δυο μου ανιψιά βγήκαμε στη στάση για ταξί.
Ο αδερφός μου ο Βαγγέλης περίμενε με το δικό του αυτοκίνητο
να κατηφορίσουμε παρέα στον Πειραιά.
Και κει στην άκρη του δρόμου πριν η αυγή ροδίσει…
η νύχτα άπλωσε πάνω μου το πέπλο της….
και ένα φως εκτυφλωτικό αντάμα με κρότο με σώριασε. κάτω
Κλείνοντας τα βλέφαρα μην ακούγοντας πια φωνή καμιά….
μήτε αίσθημα μήτε άγγιγμα να νοιώθω , ανάλαφρος. σαν από καιρό έτοιμος…
ατού Αχέροντα την όχθη βρέθηκα για να περάσω αντίκρυ..
Μα ο βαρκάρης σαν ζήτουλας μου ζητούσε τάλαντο και μόνο .
Μήτε όρκο τιμής δεν ήθελε. Μήτε υπόσχεση καμιά..
Δεν είχα να δώσω. Δεν ήξερα ότι έπρεπε να πληρώσω για να πεθάνω
Έτσι απλά χωρίς πληρωμή., χωρίς βερεσεδια πάλεψα να ζήσω….


Κάτι σκαλίζει την παλάμη μου ώρα
κάτι μου μπήγετε στα νύχια μου
και μια φωνή ,φωνή γλυκιά ζεστή .
γνώριμη, μου λέει ξανά κα ξανά

-Κωστα Κωστα. Εγώ είμαι καρδούλα μου.
Ξύπνα ψυχή μου, ξύπνα μάτια μου.
Εγώ ειμαι. η Μαρίνα, η Μαρίνα σου
Άνοιξα, αργά βασανιστικά,τα βλέφαρα
προσπάθησα να σφίξω λίγο την παλάμη, να χαμογελάσω
- καλά αγόρι μου. ξεκουράσου.
Έγειρε και με φίλησε,το δάκρυ της στάλαξε στο μέτωπο μου

Δεν θυμάμαι πόσες μέρες και νύχτες πέρασαν
μα όταν επιτέλους ξύπνησα,δεν είχα χρονο, δεν αναγνώριζα το χώρο
και οι λέξεις μου έβγαιναν αργά και βασανιστικά.
Πέρασαν ώρες για να έχω συνείδηση,εικόνα και ήχο.
Οταν οι αισθήσεις μου επανήλθαν άρχισα να ψάχνω το κορμί μου.
Ήμουν διασωληνομενος παντού,με αίματα,ορρούς και καθετήρες.
Ψαχούλεψα το πρόσωπο μου.
Ήταν χοντρό, τεράστιο, πρησμένο,τα γένια μου είχαν μεγαλώσει πολύ.

Βάρδια εκείνη την ώρα δίπλα μου , ήταν ο πρώτος μου αδερφός, ο Νικόλας.
Ζήτησα από τον Νικόλα να μου φέρει
αφρό , μια ξυριστική μηχανή , ένα καθρεπτακι και τσατσάρα .
Αφού με την βοήθεια του Νικόλα καλλωπίστηκα λίγο
Άρχισα συχνά πολύ συχνά να βάζω κομπρέσες με μολυβονερο
στο πρόσωπο μου για να ξεπριστει.
Το απόγευμα με την βοήθεια της νύφης μου λούστηκα κιόλας
Τώρα έμενε να μάθω ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση μου.
Το βράδυ αφού δώσαμε ένα σεβαστό χαρτζιλίκι στην προϊσταμένη
της βάρδιας , πήρα στα χέρια μου το φάκελο μου
για να ενημερωθώ.
Είχα υποστεί σοβαρό χτύπημα στο κεφάλι.
Ρήγμα βαθύ στα σπλάγχνα και
πολλαπλό συντριπτικό κάταγμα στο μηρό και
ελαφρύ ,πολύ ελαφρύ τραύμα στη λεκάνη,
χαμηλά στη σύνδεση με το πόδι.
Τώρα ήξερα.
Το ζήτημα του εγκέφαλου δεν με απασχολούσε.
Είχα πια πλήρη αίσθηση του χώρου και του χρόνου,
είχα πόνο, είχα φωνή και άρθρωση.
Το ρήγμα στα σπλάγχνα ήταν και αυτό θέμα ημερών,
να γειανει και να σταματήσει η αιμορραγία.
Αφού από μικρός ήξερα ,πως οι πληγές μου κλείνουν γρήγορα
και χωρίς να αφήνουν σημάδια.
Όσο για τα κόκαλα ..[ τα μπετα που λένε οι γιατροί ]
Θα έμπαινα στο χειρουργείο να μου βάλουν σίδερα.
Τις επόμενες ημέρες άρχισα να αισθάνομαι πιο γερός
να παραμένω περισσότερες ώρες ξύπνιος
και να υπομένω περισσότερο τον πόνο.
Μα με περίμενε κάτι ακόμα
που θα με δυσκόλευε
περισσότερο και από κίνηση και από πόνο.

Έως ότου χειρουργηθώ έπρεπε να αποτρέψουν τα κόκαλα
να κολλήσουν μόνα τους και στραβά.
Πέρασαν λοιπόν στην κνήμη, λίγο πιο κάτω από το γόνατο,
ένα καρφί και από κει κρέμασαν βαρίδια, βαριά, πολύ βαριά
ίδια και όμοια, σαν τα ζύγια του παλιού μπακάλη,
τα οποία αφού τα πέρασαν πάνω από τα κάγκελα του κρεβατιού,
τα άφησαν να αιωρούνται στο κενό
Το συνήθισα και αυτό, συνήθισα και το πόνο του.
Βρήκα τρόπο να ξεμουδιάζω και ώρα την ώρα,
μέρα την μέρα , κέρδιζα όλο και περισσότερα
εκατοστο ,χώρο στο κρεβάτι μου.
Τώρα ήμουν έτοιμος.
Μπορούσα να παραγγείλω στον Νικόλα.
- Πες τους σε παρακαλώ , σε όλους να το πεις,
να μην έρχονται και κλαίνε πάνω από το κρεβάτι μου
Τους δίνω το λόγο της τιμής μου .
Εγώ θέλω να ζήσω και θα ζήσω.

Ήμουν σίγουρος και έλεγα αλήθεια.
Είχα την αγάπη όλων.
Είχα της νιότης μου την ελπίδα.
Είχα τον φύλακα Άγγελο μου.

Αναφορά.
Τούτη η αναφορα συλλογιστηκε και γράφτηκε.
ανάμεσα σε θύμησες και δάκρυα
ανάμεσα σε τσιγάρα ,ξάρτια και πανιά
και με φόντο.
το απέραντο γαλάζιο , του ουρανού και της θάλασσας
Και όσα θέλω να πω , κρίνω πως πρέπει να τα πω τώρα..
Πριν τους τίτλους τέλους.
Γιατί και χρόνος και χώρος αρμόζει να αφιερωθεί, σε όλους, όσους
μου στάθηκαν στη Μεγάλη Δοκιμασία.
Γιατί όλοι τους και το εννοώ όλοι τους
Καθένας με ένα ρόλο και μια ευθύνη..
που δεν επεδίωξαν , που δεν επέλεξαν.
μα που, αγάπη, παιδεία
παράδοση ,άγραφος νόμος της οικογένειας
και κληρονομιά των γονιών μας..
τους επέβαλε , τους ανατέθηκε
και κείνοι τον αποδέχτηκαν
Χωρίς ποτέ κανένας τους.
Να βαρυγκομισει . Να υπολογίσει .
Να γκρινιάξει . .Να υποχωρήσει.
Οφείλω λοιπόν να αναφερθώ.
Με ευγνωμοσύνη, σεμνότητα και χωρίς υπερβολή
Έστω και αν γνωρίζω ότι δεν το θέλουν.
Μα εγώ το τολμώ. Γιατί ξέρω ότι.
Πονέσανε. Κλάψανε. Ξενυχτήσανε.
Πληγωθήκανε .Ματώσανε.
και πάνω απ’ ολα πληρωσανε
με δάκρυα ,αίμα ,χρήμα και χρόνο.
Για να ζήσω εγώ .

Συμβόλαιο Αμοιβαίο
Οι ζωτικές μου λειτουργίες έδειχναν αισθητά σημάδια βελτίωσης
και όπου ν’αναι έφτανε η ώρα για το χειρουργείο για τα κόκαλα.
Ζήτησα να γνωριστώ με τους γιατρούς μου.
Αυτούς που θα με χειρουργούσαν.
Ήρθαν ένα πρωινό και πιάσαμε κουβέντα, κοινότυπη ανούσια .
Τα γνωστά, πως σε λένε αγόρι μου,
τι δουλειά κάνεις, πως το λένε το κορίτσι σου,
που μένεις και άλλες τόσες σαχλαμάρες
Κατάλαβα αμέσως. Ηθελαν να δουν τη διαύγεια μου,
την κατάσταση του μυαλού μου,
για να βεβαιωθούν αν θα ανταποκρινόμουν θετικά στη νάρκωση .
Διέκοψα τη συζήτηση απότομα..
Ξαφνιάστηκαν μα και το δεχτήκανε ευχάριστα..
- Κύριοι , είμαι έτοιμος και λειτουργώ με πλήρη διαύγεια
καθορίστε το πότε
Μου εξήγησαν ότι έπρεπε να δυναμώσω λίγο ακόμη,
για τούτο δεν διέκοψαν την αιμοληψία και την ορροληψια.
Τροφή από το στόμα δεν ήταν ακόμη έτοιμα
να δεχθούν τα σπλάγχνα μου και ούτε μπορούσε να γίνει
εν’οψιν χειρουργείου.
Ζήτησα να μπούμε στα καθ’ημας.
Πότε και πως
Μου εξήγησαν πως με λάμα πλατίνας θα δένανε τα σπασμένα
κόκαλα και το κενό ανάμεσα τους θα το κάλυπτε ο χρόνος και το ασβέστιο.
Τους ζήτησα να μάθω πως θα ξαναβγώ στη ζωή.
Αρτιμελής ? Γερός ? ..Η.. με κουσούρι ?
Μου υποσχέθηκαν πως θα κ’ανανε τα αδύνατα δυνατά να μη συμβεί.
Τους ανέφερα πως ανταποκρίνεται θετικά ο οργανισμός μου
και πως τόσο γάλα από κατσίκες και γελάδια που έχω ρουφήξει
θα θρέψουν γρήγορα τα σπασμένα.
Χαμογέλασαν,μα διέκοψα και παλι την επίπλαστη
ιατρική ευφορία.
–Ααα και κάτι άλλο κύριοι.
Τα αδύνατα,να γίνουν δυνατά,έχει συμφωνηθεί.
Μα αν τούτο δεν μπορεί να γίνει,
αρκεί μια ενεση να σβήσω και ρέστα δεν θα θα ζητηθούν.
Αποχώρησαν με ευχές για κουράγιο και καλή δύναμη.

Ζήτησα από τους δικούς μου να δέσουν ακόμη περισσότερο
το συμβόλαιο και να τονίσουν το μετά .Οι γιατροί ξανάρθαν.
Τώρα το έπαιζα αφ΄ υψηλού Ήξερα την συμφωνία.. Έμενε σε κείνους να την τηρήσουν.
Μα το Συνδικάτο τους εξήγγειλε απεργία διάρκειας.
Πέρασαν λίγες μέρες και μετά. ανέλαβαν ο Δημήτρης και ο Αλέκος
Απεργία ναι, μα έπρεπε να χειρουργηθώ, ειδάλλως τα κόκαλα θα κολλούσαν μόνα τους
όπως κι’ όπως.
Σύσκεψη στη σύσκεψη ,κουβέντα στην κουβέντα, αποφασίζεται ότι αύριο μπαίνω.
–Μα να χρειάζονται τόσες φιάλες αίμα και δεν τις έχουμε
και τρίχες κατσαρές.
Με μιας γιόμισε το δωμάτιο, ήρθαν όλοι.
Ήταν απόγευμα. -Που να δώσουμε αίμα ρωτούσαν
Η μονάδα αιμοδοσίας είχε κλείσει.
Βρέθηκαν τηλέφωνα απάντησαν προϊσταμένες, ήρθε προσωπικό, άνοιξε η πτέρυγα
καιίσαμε το σούρουπο, λύθηκε το ζήτημα.
Ο Δημήτρης είχε βρει τη άκρη με τρόπο ανορθόδοξο και ελληνικό.
Είχα πλήρη ενημέρωση για όλα, και έμενε να γνωρίσω όλη την ομάδα.
όχι μόνο τους χειρούργους,μα και τον αναισθησιολόγo
και την προϊσταμένη του χειρουργείου
Τούτο το κανόνισε η νύφη μου η Μάχη

Η Αρχή του τέλους.
Ξημέρωσε η μέρα και ήμουν έτοιμος.
Μπήκα στο χειρουργείο λίγο πριν τις δεκα και βγήκα το απόγευμα.
Με τσιμπήματα και μικρές σφαλιαρες. ανοιξα για λίγο τα μάτια
ύστερα κοιμήθηκα ξανά και ξύπνησα την επομένη Τώρα
σε άλλη πτερυγα,σε άλλο θάλαμο,
στο τέρμα, στη γωνια. Μπροστα σε ένα μεγάλο παράθυρο,
απ’ όπου ήλιος λαμπρός έμπαινε και μ’ έλουζε.
Μπορούσα ακόμη να βλέπω και έξω ,τα δέντρα τον ουρανό
την ανατολή,το δειλινό, τη νύχτα, τ’ αστερία.
Ήμουν και παλι διασωληνομενος, μα τώρα είχα ακόμη και το τραύμα
τα ράμματα, την τομή,από τον γοφό ως το γόνατο.
Μεγάλη και ευθεία ,σαν τη ραφή του παντελονιού.
Στη πρώτη επίσκεψη του,ο γιατρός, ο βοηθός.
με ενημέρωσε πως όλα πήγαν καλά
και πως τώρα ο χρόνος είχε αναλάβει.
Όμως κάτι ακόμη θα έμελλε να κάνει και κείνος ο ίδιος.
Ένα απόγευμα,σε ένα διάλειμμα,όσο διαρκεί το πήγαινε – έλα
από την Βούλα στον Πειραιά ήταν δίπλα μου η Μαρίνα.
Όμως κούραση βαριά σφάλιζε τα βλέφαρα μου.
Δύναμη καμία δεν ειχα. Δεν ήθελα κουβέντα να ακούω, ήθελα να κοιμηθώ.
Εκείνη την ώρα ήρθε ο γιατρός.
Το συνήθιζε να έρχεται τ’ απογεύματα και εκτός υπηρεσίας.
Βλέπει την Μαρίνα.
– Ποια είσαι συ , τη ρωτάει.
-…η . Μαρινα….ψελλίζει
-Άσε κατάλαβα ,πάρε τηλέφωνο αμέσως , χρειάζεται αίμα.
Βάζει μια φωνή .σαν στρατηγός, σαν δικτάτορας,
έρχεται η Αδερφη φερνει μια μπουκάλα αίμα,
τη συνδέει και ανοίγει γρήγορα την παροχή.
Σε ένα λεπτο απο την στιγμή που άρχισε να κυλάει
το αίμα στις φλέβες μου αναστήθηκα και κατάλαβα
κάτι που ούτε εγώ ούτε η Μαρίνα είχαμε προσέξει.
Το αίμα είχε τελειώσει από ώρα και έσβηνα… ήσυχα ..απλά. γαλήνια..
Από τότε η επιτήρηση έγινε πιο αυστηρή..
ακόμη και ένα τσιγαράκι ,που έκανα που και που κόπηκε και κείνο.
Είχα όμως ραδιοφωνακι, αυτο το επέτρεψε ο Δημήτρης.

Δεν είχαν περάσει ούτε κ’ αν ούτε δυο εβδομάδες
και μυρμήγκιασμα και φαγούρα ένοιωθα στην πληγή , στη τομή..
Κατάλαβα αμεσως, αλλωστε γνωρίζω το σώμα μου,
αντιλαμβάνομαι κάθε τι πάνω μου..
Η πληγή είχε θρεψει ,είχε ψηθεί, έπρεπε να κοπούν τα ράμματα..
Το λέω στο γιατρο και κείνος μου λέει..
—Όχι ακόμη.. είναι νωρίς..
και όσο εγώ ένοιωθα την φαγούρα, άλλαζαν συχνότερα τις γάζες..
—καλά λέω ….μέσα μου.
Στέλνω και καλά ,την νύφη μου να μου φέρει μπαταρίες
για το ραδιοφωνακι και να κάνει τσιγαρο, αν θέλει.
Αμέσως τραβάω το κομοδίνο δίπλα μου
αρπάζω ,ψαλιδι , μπαμπακι και οινόπνευμα..
ξηλώνω τις γάζες και αρχίζω να κόβω τα ράμματα..
Με παίρνει χαμπάρι ο διπλανός μου, φωνάζει την νοσοκόμα
εκείνη τον γιατρό και ανάμεσα σε βρισιες ,μουρμουρες και γέλια
μου έκοψε τα ράμματα και άφησε μόνο τρία.
–Αυτά θα’ρθεις αργότερα να σου τα κοψω μου λέει.
και από Δευτερα .ουστ. σπιτι σου ,τρελλε ,ακους?
Αν άκουγα ,λεει ,ακουγα και παρακουγα και σιγά μη γύριζα ξανά πίσω
για τρία ράμματα.. Τα έκοψα αργοτερα , μονος μου ,στο σπίτι..
Στο σπίτι της αδερφής μου. Στο σαλόνι που είχα καταλάβει. Στο δωμάτιο μου..

Πρόταση γάμου.
Οι ώρες και οι μέρες στο σπίτι κυλούσαν ήσυχα..
Δε πονούσα ,δεν έπαιρνα φάρμακα ,μα ήμουν πολύ αδύνατος..
και η μόνιμη γκρίνια όλων ήταν να τρώω ,να τρώω.
Και κει στη ησυχία μου,στη γαλήνη μου,ένα σούρουπο Σαββάτου.
ζήτησε να ερθει η Μαρίνα,πάντα ζητούσε άδεια από την αδερφή μου.
Οι δικοί μου έφυγαν και ήμουν μόνος.. Ήρθε με την φίλη της την Τασία..
Μπήκε κατ’ευθειαν στο ψητο ,στο θέμα..
-Θέλω να μου πεις τι θα γίνει με μας ..

τι σκέφτεσαι για μας τους δυο ρώτησε..
-Σαν τι να γίνει ,τι να σκεφτώ ? απαντώ
-Η ερώτηση ήταν σαφής. –πετάχτηκε η Τασία—
πάω να κάνω καφέ. Εσύ έχεις . Ωραία Μαρίνα για μας κάνω μόνο.
-Θα στο πω ορθά κοφτά –συνεχίζει–η Μαρίνα
Θέλω να παντρευτούμε.. Δέχεσαι ?
-Μα εγώ δεν ξέρω αν ..και πότε και πως ..θα περπατήσω
-Αργά η γρήγορα .κουτσά στραβά θα περπατήσεις..
..αν δέχεσαι να παντρευτούμε πεστο τώρα..
.Η παντρευόμαστε. η . χωρίζουμε..

Σιωπή απολυτη .Παγωμαρα..Άναψα τσιγαρο .Ηπια μια γουλιά καφέ..
Η Τασία έφερε τους καφέδες .Άναψαν και κείνες τσιγάρο..
–Ακου .. ακουσε και συ Τασία…
Εγώ δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν..
Εσύ όμως Μαρίνα έχεις γονείς και δεν τους έχεις πει τίποτε
Είσαι έτοιμη αν κάτι πάει στραβά, ανάποδα ?
-Μη σε νοιάζει τιποτα .. Ειμαι έτοιμη για όλα.. Δέχεσαι ?
-Δηλαδή μου κάνεις πρόταση γάμου ?
-Όχι .πλέκουμε κάλτσες για τους φαντάρους στο μέτωπο..
και παλι η Τασία.–Μωρέ δέχεσαι ?
-Αστο Τασια ..θελω .. το ναι .. η.. το όχι.. να πει μόνος του..
-Δέχομαι….και ευχαριστώ πολύ..
-Δεν τελειωσαμε .. μου λέει
-Τι άλλο έχει ? ρωτώ
-Θα βάλετε βερες .. χωρις βέρες δεν γίνετε αρραβώνας…
..πετάχτηκε και παλι η Τασία..
-Θα βάλουμε βέρες θα τις αγοράσουμε αύριο κι’ ολας…
..συνέχισε η Μαρίνα..
-Μα δεν έχω λεφτα και ντρέπομαι να ζητήσω δανεικά για τούτο
-Έχω εγώ…Τέλος..
-Παιδακια .. εγω φεύγω.. Καλα στέφανα..Κωστή μου ..η ώρα η καλή..
Μαρινάκι και νυφούλα..τα λεμε ..

Σάββατο σήμερα και με περιμένει ο δικός μου..Φιλάκια πολλά..
Και μην ξεχνάτε κωλόπαιδα .. Εγώ,εγώ η Τασία,θα περάσω τις βέρες..


Ήταν η ώρα που η μέρα άγγιζε την παλάμη της νύχτας
και της έδινε την σκυτάλη..
Ήταν η ώρα που δυο κυρίες συναγωνίζονταν
ποια θα στείλει τα πιο όμορφα χρώματα της..
Η μέρα άφηνε το γαλάζιο της και η νύχτα που δεν είχε προλάβει να ντυθεί στα μαύρα.
άρπαζε το ροζαλό από το σούρουπο και τόβαζε κατάσαρκα μεταξένιο μεσοφόρι..
Ηταν η ώρα να γιορτάσουμε ,να φιληθούμε
να γίνουμε ένα,να λειώσουμε να σμίξουμε….

Αργά πολύ αργά, άγρια χαράματα ,πόνος εντονος ,αψυς ,μοβορος
με λεηλατούσε, με σφάδαζε , κόλαση σκέτη.
Άρον άρον ,με οδηγο και τραυματιοφορεα τον αδερφο μου
το πρωί ,αφού ξημέρωσε ο θεός τη μέρα ,
επισκέφτηκα το γιατρό στο προσωπικό του ιατρείο..
Με έβαλε μέσα ,με γύρισε από δω ,με γύρισε από κει .
κουβέντα καμία.. Ξανά παλι.
-Κάτι συμβαίνει…μου λέει..δεν βλέπω το λόγο γιατί να πονάς..
Έκανες κάτι ?
-Εεε ..ναι .κάτι έκανα..
-Τι ? Έκανες κάτι με την λεγάμενη ?
-Ναι εκανα στο λέω ωμά..
Έσφιξε δάχτυλα ,δόντια , μου έμπηξε νύχια..έβρισε ,χαμογέλασε κι’ ανοιξε την πόρτα
με τόση ορμή ,που το πόμολο,χτύπησε και ξαναχτύπησε τον τοίχο.
-Παρτον από δω..Τωραααααααααααα..
..το ξανάλεω ,είναι τρελός, τρελός ,θα με τρελάνει.
Δεν τρελάθηκε ποτε .. εγινε Δήμαρχος σε μεγάλο παραλιακό Δήμο.


Τώρα έπρεπε να συμβεί και κάτι άλλο ακόμη.
Έπρεπε να περάσω από επιτροπή να κρίνουν την κατάσταση μου..
Αυτό όριζαν οι διατάξεις ..μου είπαν και έπρεπε να με δουν και οι ίδιοι..
Δεν τους αρκούσε το χαρτί του Δημόσιου Νοσοκομείου..
Ως άπιστοι Θωμάδες ήθελαν να βάλουν το χέρι στη πληγή…
Περίμενα στον προθάλαμο δεν ξέρω πόσο..
Είχα τσουβαλιαστεί να έρθω και περίμεναεκει..
Όταν επιτέλους,με καροτσάκι μπήκα ..
και εξέφρασα την απορία μου για την ταλαιπωρία.
Ατάραχα στεγνά και χωρίς ίχνος συγνώμης.
και αφού ούτε κ’αν με άγγιξαν.ούτε με ψηλάφισαν..
παρά μονο έβαλαν σε ένα ντοσιέ τα έγγραφα
ο Πρόεδρος της επιτροπής ..είπε το αμίμητο..
-Μην νευριάζεις…νεαρέ μου..
κάθε έξι μήνες και για  τρία συνεχόμενα χρόνια
θα σε βγάζουμε σε προσωρινή αναπηρία..
-Τότε γιατί θα πρέπει να έρχομαι κάθε έξι μήνες ? ρωτώ o αφελής
-Α…έτσι ορίζει ο νόμος.
Στην είσοδο του μεγάρου..
- μέγαρο μόνο στον υπηρεσιακό τους ξυλινο λόγο τους ήταν μέγαρο -
μόνο βρώμια και δυσωδία.και τίποτε άλλο..
καθισμένος στο καροτσακι  αναρωτηθηκα.
.Να’μπει ο Διαολος μεσα τους..
Μ’ αυτούς θα περάσω τρία χρονια,με τα ψίχουλα τους
Σαν ζήτουλας.. Αι να χαθούνε..
Ο Βαγγέλης .είχε ξεπεπαρκαρει και με με τσουβάλιαζε,ξανά μέσα στ’ αμαξι.
-Τι συμβαίνει ?..ρωτά.
-Ξεκινα. βαλε μπρος.. σε ένα μήνα θα περπατάω μόνος μου..
-Πως ?
-Θα δεις. Ξεκίνα τώρα αντεεε.
Σε ένα μήνα περπατούσα μόνος.Ασκήσεις πόνος και σκληρή δουλειά
Πατούσα ,έπεφτα , σηκωνόμουν ,πονούσα . γκρίνιαζα.. βλαστημούσα..
δήλωσα παραίτηση και  από το ΙΚΑ..
μου αρκούσε το ασβέστιο.. που είχε καλύψει τα κόκαλα
και περπάτησα και μπάλα να παίζω και .ρομποκοπ ..να είμαι
Αφού τις λαμες δεν τις έβγαλα ποτέ…
Είναι μαζί μου ,κομματι μου..
Τώρα μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι μου και στη δουλειά μου.
Ενοχλήσεις και πόνο ,αισθανόμουν μόνο
αν ήμουν πολλές ώρες όρθιος κι αν σήκωνα βάρος…
μα τον πρώτο καιρό τα απέφευγα και τα δυο ,εως ότου σιγά σιγά
ξαναγύρισα στους ρυθμούς μου ,τους γνώριμους.

Είχε ερθει για τα καλά η Άνοιξη και η σχέση μας ευωδίαζε σαν τα λούλουδα του αγρού .
Είχε όμως γίνει και γνωστή ευρύτερα και έφτασε και στα αυτιά των γονιών της..
Πως θα μπορούσε ,αλλωστε να ήταν και διαφορετικά ,αφού όπως συνηθίζεται να λέμε..
.Ο Πειραιάς ,είναι ένα Μεγάλο Χωριό
Έτσι άρχισαν οι πιέσεις. Μίκρυναν κατά πολύ οι ώρες μας.
Ένα κρυφτό παιχνίδι άρχισε και μόνο οι σκοτεινές γωνιές
και τα απόκρυφα στενά μας κάλυπταν λίγο.
Κάποια στιγμή μου ζητήθηκε μέσω της Μαρίνας ,να επισκεφτώ τους γονείς της να μιλήσουμε
και ορίστηκε η μέρα και ώρα..
Η αδερφή μου αντέδρασε έντονα,,
-Που θα πας μωρέ ?..ακόμα δεν πατάς καλα καλά στα πόδια σου
Όμως εγώ δεν άκουγα τίποτα..
Ντύθηκα στολίστηκα και ήμουν έτοιμος και κει στο παρά πέντε…
χτυπά το τηλέφωνο.Το ραντεβού ακυρώνεται..
Το δέχτηκα ψύχραιμα..
Την επόμενη εβδομάδα ξανά το ίδιο σκηνικό..
Είχε και πΆλι η ώρα και ημέρα συμφωνηθεί
και παλι την τελευταία στιγμή ακυρΏνεται..
Δεν αντΈδρασα μα υποψιάστηκα,κατάλαβα..
Επιδίωκαν να νευριάσω να στραφώ εναντίον της Μαρίνας.
να αυτοδιαλύσω εγώ την σχέση μας..
Ήρθε και η επόμενη Τεταρτη .Η  μέρα και η ώρα ,η συμφωνημένη του ραντεβού.
Πριν ξεκινήσω να πάω παίρνω τηλέφωνο, μη τυχόν άλλαξε και πΆλι κάτι..
Το σηκώνει η μάννα της , ίσα που πρόλαβα καλησπέρα να πω.
Άκουσα τα εξ’ αμάξης…τι τούτο , τι το άλλο. μπήξε , δήξε και στο τέλος…
-Άντε έλα να δούμε και του λόγου σου τι είσαι .. και κει δεν αντεξα.και ξέσπασα…
-Δεν θα ερθω και δεν πρόκειται να με δείτε..μου αρκεί που βλέπω και με βλέπει η κόρη σας..
και χωρίς χαιρετισμό κλείνω το τηλέφωνο..
Οι δυο επόμενες μέρες,ήταν για την Μαρίνα,
σκέτη κολαση με νεύρα,φωνές,κλάματα και απειλές..

Ήρθε το Σάββατο και ήρθε στη δουλειά…
Αποφασισμένη και με σχέδιο
-Θα φύγουμε,μου λεει. θα φύγουμε σήμερα..
με το που θα σχολάσουμε θα φύγουμε..
-Θα φύγουμε ? και που θα πάμε? τι θα κάνουμε?
-Θα φύγουμε. ,θα κλεφτούμε και θα παντρευτουμε. Τέλος δεν πάει αλλο.
Αν δεν φύγουμε σήμερα μου το ειπαν ξεκάθαρα
θα με στείλουν στο Βέλγιο ,σε κατι οικογενειακούς φίλους.

Στη συζήτηση ήταν μπροστά και η Σύλβια..
Η μεγαλύτερη υπάλληλος και προϊσταμένη και η μόνη έμπιστη.
Αργότερα θα έκανε παρά πολλά για μας .
Γύρισε λοιπόν η Συλβια ,αναμεσα σε τρανταχτά γέλια και λέει στην Μαρίνα..
-Τι λες μωρή τρελή…θα τον κλέψεις?
Μα κείνη δε χαμπάριζε τίποτε..
-Το μεσημέρι φεύγουμε τέλος..
Τηλεφώνησα σε ένα φίλο μου και αργότερα κουμπάρο μου.
να μας πετάξει ως το σταθμό λεωφορείων…
μα με ωριμότερη σκέψη…κρίναμε πως έπρεπε να φύγουμε με ταξί,αγοραίο…
να μην ξέρει κανείς  που είμαστε και να μην μπορούν να του ασκήσουν πίεση..
Επέλεξα που θα πάμε .Ακόμη και η Σύλβια δεν έπρεπε και δεν ήθελε να το μάθει..
Θα παίρναμε τηλεφωνο ,μα δεν θα ήξερε που ήμασταν..
έτσι θα μπορούσε να βοηθήσει καλύτερα..

Ήρθε το μεσημερι ,κλείσαμε τα ταμεία
κλείσαμε το μαγαζι ,πήραμε την ευχή και τα δάκρυα της Σύλβιας
κι’ ετσι,χωρίς μπαγκάζια και με πολύ λίγα χρήματα,αφήνοντας πίσω μας..
Γονείς αδέρφια ,φίλους , γνωστούς και συναδέρφους
αφήνοντας τη βολή μας και τη δουλειά μας,τη σιγουριά μας
Πήραμε το δρόμο της προσφυγιάς..
Ένας Γολγοθάς άρχιζε.
Λίγο πριν γείρει ο ήλιος είχαμε φτάσει στο Αντίρριο.
Εκεί έμενε και υπηρετούσε στην Τροχαία ,ο αδερφός μου ο Αλέκος.
Συστάσεις δεν χρειαζόνταν ,την Μαρίνα την ήξεραν.
μόνο τα πιτσιρίκια τους δεν την γνωριζαν ,τ’ ανηψια μου .
Ο Αντρέας  ,ο πρώτος και η Τζένη  ,η βαφτιστήρα μου
Μπήκαμε αμέσως στο θέμα.
-Εντάξει , λέει ο αδερφός μου, αφού εσείς το θέλετε,εγώ μαζί σας.
Μένει να δούμε πως θα το οργανώσουμε ,που θα μείνετε .
-Που θα μεινουμε ? ρωτώ…δεν θα μείνουμε εδώ ?
Μου ήρθε κόλπος ,τι λέει τώρα ,ποιος ο αδερφός μου?
-Δηλαδή που θα πάμε ?
-Ηρέμησε μικρέ,με προλαβε , εδώ δεν μπορείτε να μείνετε
όχι γιατί δεν θέλουμε , μα γιατί θα σας βρούν αμέσως.
Εδώ η κοινωνία είναι μικρή και τα μαθαίνουν όλα για όλους
Κι’ έπειτα είναι πέρασμα ,κόσμος πάει κι’ ερχεται Αθήνα..
Πρέπει μέχρι να γίνει ο γάμος να μην σας δει κανείς
Να μη μπει ανάμεσα σας κανένας..
Η Μαρίνα είχε τώρα αποσυρθεί και έπαιζε με τα παιδιά..
δεν συμμετείχε ,σαν να μην συνέβαινε τίποτα..
-Εσύ τι προτείνεις …
-Δεν ξέρω …όμως κάτι μούρχετε
Βάλτους να φάνε  —γυρνάει στη  νύφη μου τη Διαμάντω-
Εγώ πάω να δω τι μπορώ να κάνω.. Είναι που δεν υπάρχουν και λεφτά..
Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι..
Είχε δικιο ,ήταν και το οικονομικό..
Με ένα μισθό περνούσαν και με δυο μικρά παιδιά και σε ενοίκιο..
–Εγώ πάω να βάλω να φάμε… φώναξε η Διαμάντω
Μαρίνα ..έλα τρώμεεε..
Τι να φάω και με τι όρεξη.. το άγχος ,οι καφέδες και τα τσιγάρα..
είχαν δέσει κόμπο το στομάχι μου..
Η Μαρίνα είχε προτεινει , εγώ αποδέχτηκα και σε άλλους φορτωθήκαμε
Ήμουνα μόνος στις σκέψεις μου..
Οι μέλλουσες συννυφάδες ,έτρωγαν ,τα έλεγαν ,γελούσαν
και τα πιτσιρίκια να χαίρονται την καινούργια τους θεία..
Πέρασαν ώρες και ήρθε ο Αλέκος..
-Πάμε για ύπνο ,λέει ,χαράματα φεύγουμε..
-Που πάμε ?
-Ψηλά στο βουνό ..μακριά
-Στου Μπάρμπα Γιάννη ? πρόλαβε η Διαμάντω
-Ναι ..αυτός με την γυναίκα του έφυγε κι’ολας θα περιμένουν εκεί όταν φτάσουμε..
-Έφυγε νυχτιάτικα ?ρώτησε η Διαμαντω…
Μεγάλος άνθρωπος μες στην νύχτα να οδηγήσει?
-Του το είπα και γω ..μα δεν φοβάμαι ,χρόνια ανεβοκατεβαίνει..
μίλησε και με τον γιό του στην Ιταλία,ότι θα είναι πάνω για λίγο καιρό
και να τον καλεί στο άλλο τηλέφωνο

Άγρια χαράματα μπήκαμε στο μικρό ημιφορτηγάκι του
που είχε για τα μελίσσια και το κυνήγι ,τα χόμπι του.. και ξεκινήσαμε..
Δεν είχαμε κοιμηθεί και πολύ και πως να κοιμηθείς ,
με τόση αγωνία κι’ άρχισε ο ήλιος να γλιστράει
απο τ’ ανατολικά μέσα από το τζάμι. Εκεί γλαρώσαμε , γείραμε..
Ξυπνήσαμε όταν ο ήλιος είχε σηκωθεί για καλά..
σ’ ένα ξέφωτο ,σαν οροπέδιο, με γύρω γύρω έλατα
Μα το ξέφωτο δεν ήταν γυμνο .Ήταν κήπος ,φροντισμένος ανοιξιάτικος
και στη μέση του , ένα δίπατο αρχοντικό .
Τρίβαμε τα μάτια μας..
–Κοπιάστε , ελατε ,ηταν η φωνή της Κυρά Φροσως…
Μιας γλυκύτατης, χαροκαμένης μάνας..
Είχε χάσει το ένα της αγορι και τώρα , το άλλο της,το μοναδικό της , ξενιτεμένο .
Γιατρός στην Ιταλία..
Το σπίτι είχε ανακαινισθεί από τα θεμέλια..
Πατώματα.,πλακάκια ,μπάνια , αλλάξανε όλα.
Είχαν φέρει ρεύμα και τηλέφωνο .
Συνέδεσαν και την παροχή νερού με το διπλανό καταρράχτη.
Μόνο το σκελετό ,τον πέτρινο κράτησαν.
Δώρο του Μπάρμπα Γιάννη στην νύφη του την Ιταλίδα.
Μα κείνη δεν καταδέχτηκε ποτέ να πατήσει το πόδι της..
Έμελλε να απολαύσει η Μαρινα την ζεστασιά και την φιλοξενία
αυτής της υπέροχης οικογένειας.
-Θα πάρετε το μεγάλο δωμάτιο με το τζάκι και το μεγάλο κρεβάτι
…έδωσε την εντολή του ο Μπάρμπα Γιάννης…
Ο Αλέκος έφυγε για την δουλειά του..
Το πρώτο βράδυ αγριέψαμε,δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε.
Λίγο το κρύο ,Ανοιξη πράμα κι’ εκανε κρύο ,μα πιο πολύ..
η βουή,από το καταρράχτη και τον αγέρα που λυσσομανούσε
ανάμεσα στα κλαδιά.
Ύστερα συνηθίσαμε .Βοήθησε και η Κυρά Φρόσω με τα ωραία της
φαγητά,τις πίτες και τα γλυκά της..
Ευκαιρία να δει και κάτι η δικιά μου, να μάθει
Τον Μπάρμπα Γιάννη δεν τον βλέπαμε παρά ελάχιστα..
Με μια γκλίτσα στο χερι ,γυρνοβολουσε όλη μέρα. αγέρωχος ,στο καημό του ,στην πίκρα του..
στα έλατα ,στη φύση.
Η κυρά Φρόσω ,πρώτη ξύπναγε ,τελευταία κοιμόνταν
Εγώ το χωριατόπαιδο ,που ήξερα από συμπεριφορές
και νοοτροπίες ,καταλάβαινα και δεν παραξενευόμουν.
Μα δεν κατάλαβα ποτέ πως η Μαρινα ,ενα κορίτσι της πόλης..
που δεν ήξερε κάτι από χωριο ,εδεσε με την Κυρά Φροσω..
και το σούρουπο , όταν ο Μπάρμπα Γιάννης γύριζε..
να τον τσιγκλάει και να τον πειράζει. και κείνοι να γελάνε.. και οι τρεις τους.
και γω να δαγκώνομαι.. να λένε λέξεις και φράσεις..
και καλαμπούρια ,που εγώ ποτέ δεν θα τολμούσα
Αργότερα πολύ κατάλαβα ,ισως και τώρα που γραφω, πως όταν σμίγει..
η σοφία με την νιότη,γίνεται η ζωή γλυκιά και σοφότερη

Είχαμε φύγει Σάββατο μεσημέρι ,είχαμε διανύσει χιλιόμετρα.,
είχαμε αλλάξει σπίτια κι’ έφτασε η Τρίτη ..
Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Αλέκος..
–Άκου μικρε , δεν ξέρω τι γίνεται μα δυο τύποι ,περίεργοι
ρωτάνε για ένα ζευγάρι.Eγω δεν τους έχω δει μα μου το είπανε, τρεις μέχρι τώρα.
–Άσε Αλέκο ,κλείσε ,μην αγχώνεσαι. και κοίτα να μην μπλέξεις…
κάτι υποψιάζομαι.θα πάρω τη Συλβια..
Καλώ τη Συλβια και της τα λέω..
-Έλαμαλακα περιμένω να με πάρεις.Ναι περάσανε δυο από το μαγαζί και ρωτάγανε..
Δε ξέρω ποια από τι καριόλες μίλησε… μα για Ναύπαχτο κάτι ακούστηκε..
–Μην ανησυχείς εδώ που είμαστε δεν μας βρίσκει κανείς..
-Προσέχετε κωλόπαιδα , η θεία της έχει ξεσαλώσει
και στού βοδιού το κέρατο, λέει, να  κρυφτείτε θα σας βρει.
Όσο για σένα ,θα σε  σουβλίσει ,το λέει και το ξαναλ'εει παντού.
-Καλά ,καλά, γάμησε την ,τη καριόλα  τη δασκάλα ,άκου και πες το και συ παντού..
θα ενημερώσω τον εισαγγελέα., ενταξει?
..Η Μαρίνα στη κουζίνα , χαμπάρι..

Βρίσκω το τηλέφωνο του εισαγγελέα υπηρεσίας στο Μεσολόγγι
και χωρίς να του αποκαλύψω που είμαι,του περιγράφω την κατάσταση..
και του τονίζω το επώνυμο μου..και το χωριό μου και τίνος αδερφός είμαι.
–Κυριε , μην ανησυχειτε. γνωριζω τον αδερφό σας..
κα πείτε και στην κυρία,, να μην ανησυχεί..
Ξανά στο τηλέφωνο..
–Αλεκο , γνωριζεις τον τάδε ,.εισαγγελέα.
–Τόσα τροχαία γίνονται και πάω μάρτυρας λες να μην τον ξέρω?
..γιατί ρωτάς ?
–Καλού ,κακού ,τον ενημερωσα και είπε πως γνωρίζει την οικογένεια μας
–Καλό ακούγεται ,καλά  έκανες., πιστεύω σε λίγο να περάσει η μπόρα
Ήρθε η Παρασκευή και τα νέα ήταν ευχάριστα
-Έλα τίποτα σου λέω ακούς ? φύλλο δεν κουνιέται
ησυχία Φαίνεται δεν είδαν τίποτα και χάθηκαν..
–Ε… τότε ..Αλεκο, να κατεβούμε..
–Άσε λίγο ακόμη για σιγουρια. κι’ αν είναι..
ανεβαίνω εγώ την Τρίτη και κατεβαίνουμε μαζί..
και αν όλα πάνε καλα λογάριασε,το Σάββατο θα γίνει ο γάμος…
–Αυτό το Σάββατο ?
–Οχι το άλλο..
–Που?
–Εδώ .. θα σου πω.Η Μαρίνα πως είναι ?
-Καλά πολύ καλά..
-Κανόνισε για τα χαρτιά της. για το το γάμο,τα δικά σου τα έχω μαζέψει.
- Ενταξει.,κλείνω θα πάρω τώρα κι’ ολας τη Σύλβια.
Τόση ώρα μιλούσα και άχνα δεν άκουγα από πουθενά
φωνή καμμιά. Έδωσα χρόνο στον εαυτό μου και άναψα τσιγάρο
Τιποτα., Σαν να ήμουν μόνος στο σπίτι..
.Θεέ μου. κανείς δεν ακούει, δεν μιλάει .δεν νοιάζεται ?
Βγαίνω στο διάδρομο και φτάνω στη κουζίνα και η μεσόπορτα μισάνοιχτη ..
με τ’ ακροδαχτυλα , σαν αερικο , δινω περισσότερη εικόνα
στα μάτια μου και αφήνω τ’ αφτιά μου να ακούσουν..
–Μη χολοσκάς καρδιά μου.. Μαρινάκι μου
Εμείς εδώ στις πίττες μας. στα γλυκά μας
Τώρα αλήθεια. πως φτάσατε ως εδώ?
–Δεν ξέρω κυρά Φρόσω .Ετσι ήρθανε..
–Καλά την ουρίτσα σου θα την κούνησες και συ,πιάσε μου τον μπλάστη
Και κει. ανάμεσα στ’ αλεύρια,τα ζυμάρια,δεν έπρεπε να μείνω.
Γύρισα στη κάμαρη .  Θέλω να κοιμηθώ.
Την επόμενη, ξύπνησα πιο καθαρός,πιο δυνατός, πιο ήρεμος..
Καλύτερα που δεν πήρα την Συλβια, βιαστικά..χθες ,σκέφτηκα.
Καλύτερα να μιλήσω με ηρεμία μαζί της το απόγευμα.
Σάββατο σήμερα,το μαγαζί κλείνει στις τρείς .

Ήρθε το απόγευμα Η  Μαρίνα χαλάρωνε
και απολάμβανε τον καφέ της στο σαλόνι, στην τηλεόραση
Καλώ την Συλβια..
-Έλα, μου λέει , τι κάνετε ?
-Καλά εΊμαστε, ολλα καλά, άκου τι θέλω.
Θέλω να μαζέψεις τα χαρτιά της Μαρίνας από τον Δήμο του Πειραιά
και να δημοσιεύσεις την αγγελία του γάμου..
–Αντεεεε.. ποτε παντρεύεστε ?
–Το αλλο Σάββατο…
–Τα χαρτιά δεν είναι δΎσκολο, θα τα κάνει όλα η Κατερίνα.,
ξέρεις ποιά.. Για την αγγελία πες μου .
Πρέπει να μπει σε μεγάλη εφημερίδα..?
-Όχι  όχι μπορεί και σε μικρή, μα να είναι αναγνωρισμένη
όχι συλλόγου, η  φορέα
-Α ωραία θα την βάλω στην.. και μου ανέφερε
εφημερίδα του Πειραιά, που κυκλοφορεί χρόνια τώρα, κάθε μέρα
–Τρελή είσαι μωρή ? αυτή κάθε μέρα μπαίνει σε όλα τα μαγαζιά
κάθε πρωί..ειναι σα να το λες στην τηλεόραση..
–Σκάσε μαλάκα. ο εκδότης είναι φίλος μου,έχω κατι στο μυαλό μου
–Πότε θα είσαι έτοιμη ?
–Πάρε με την Τρίτη να σου πω
Η Σύλβια

Συνεχίζεται...