Με χαρά θυμάμαι τη γιορτή του κούρου.
'Ηταν το κάτι άλλο ,φανταστικά όμορφο.
Είχαμε κοπάδια , πρόβατα και κατσίκια
και ο πατέρας μου διατηρούσε φιλίες και τις τιμούσε
με τσελιγκάδες που ερχόντουσαν στα μέρη μας να ξεχειμωνιάσουν.
Λίγο πρίν το καλοκαίρι και οι τεσλιγκάδεςμε τα κοπάδια τους
φύγουν για τα ορεινά γινόνταν ο κούρος.
Ψηλά πάνω απο το χωριό σ'ενα πλάτωμα ,
καταπράσινο απο το φρέσκο χορτάρι ,
ίδιος κεντημένος καμβάς με χιλιάδες λουλούδια και λογής χρώματα,
και τριγύρω ελιές πανήψυλες και πουρνάρια ,
απο νωρίς ,άγρια χαράματα, μαζευόμασταν όλοι.
Κοπάδια ζωντανά ατέλειωτα.
Τσελιγκάδες με τις φαμίλιες τους , με τις κόρες τους
και τις κυράδες με τις φορεσιές τις λαμπρινές
και με τα παληκάρια καβάλα στα αλογά τους
και ξωπίσω τα τσοπανόσκυλα.
Ο ερχομός τους και τα καλωσορισματά τους, με τα χωρατά τους ,
οι παιδικές φωνές απο τα κουτσούβελα σαν και μένα ,
τα γαυγίσματα , τα βελάσματα και τα κουδουνίσματα,
αντηχούσαν στη πλαγιά κι' έφταναν ως κάτω.
-Ορε ..σήμερα έχει κούρο ο Μπάρμπα Αντρέας.
Στη άκρη κάτω απ'τις ελιές ,στον ίσκιο,
έστρωναν οι κυράδες και οι κόρες
τα καλούδια τους, πάνω σε στρωσίδια υφαντά.
Πίτες και γλυκά και μεζέδες και κρασιά κα οι σούβλες παραδίπλα
να γυρνάνε τα σφαχτάρια ,για νάναι όλα έτοιμα οταν θα τέλειωνε ο κούρος.
Για το γλέντι, για το φαγοπότι, για το χορό, για το τραγούδι.
Ερχόντανε το σούρουπο ,άρχιζε η μέρα να γέρνει ,
τα κλαρίνα βραχνιάζανε κι' έφτανε η ώρα του αποχωρισμού,
πάλι με φωνές και πειράγματα και με ευχές ,αληθινές ,γνήσιες..
-Άντε και του χρόνου ..καλό αντάμωμα..
Στήν αυγή της ζωής μου ,στα μικράτα μου, πρόλαβα έναν άλλο κόσμο,
που παλεύει ακόμη, να κρατήσει μια πιθαμή γης με χορτάρι,
με μυρουδιές κι'αρώματα και σημεία αναφοράς .
Σαν την ελιά μας τη πανήψυλη, τη γέρικη, με το πλατύ τον ίσκιο,
που παραφυλούσε άγρυπνη ,πάνω απο΄το σπιτικό μας ,
εκεί που άρχισα ,τα μεσημέρια παρέα με το τζίτζικα,
να πιάνω μολύβι και χαρτί , για να παω σχολείο και τα είχα όλλα έτοιμα
και τσάντα και τετράδια και μολύβια ..
σημ...Απόσπασμα απο το.. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
'Ηταν το κάτι άλλο ,φανταστικά όμορφο.
Είχαμε κοπάδια , πρόβατα και κατσίκια
και ο πατέρας μου διατηρούσε φιλίες και τις τιμούσε
με τσελιγκάδες που ερχόντουσαν στα μέρη μας να ξεχειμωνιάσουν.
Λίγο πρίν το καλοκαίρι και οι τεσλιγκάδεςμε τα κοπάδια τους
φύγουν για τα ορεινά γινόνταν ο κούρος.
Ψηλά πάνω απο το χωριό σ'ενα πλάτωμα ,
καταπράσινο απο το φρέσκο χορτάρι ,
ίδιος κεντημένος καμβάς με χιλιάδες λουλούδια και λογής χρώματα,
και τριγύρω ελιές πανήψυλες και πουρνάρια ,
απο νωρίς ,άγρια χαράματα, μαζευόμασταν όλοι.
Κοπάδια ζωντανά ατέλειωτα.
Τσελιγκάδες με τις φαμίλιες τους , με τις κόρες τους
και τις κυράδες με τις φορεσιές τις λαμπρινές
και με τα παληκάρια καβάλα στα αλογά τους
και ξωπίσω τα τσοπανόσκυλα.
Ο ερχομός τους και τα καλωσορισματά τους, με τα χωρατά τους ,
οι παιδικές φωνές απο τα κουτσούβελα σαν και μένα ,
τα γαυγίσματα , τα βελάσματα και τα κουδουνίσματα,
αντηχούσαν στη πλαγιά κι' έφταναν ως κάτω.
-Ορε ..σήμερα έχει κούρο ο Μπάρμπα Αντρέας.
Στη άκρη κάτω απ'τις ελιές ,στον ίσκιο,
έστρωναν οι κυράδες και οι κόρες
τα καλούδια τους, πάνω σε στρωσίδια υφαντά.
Πίτες και γλυκά και μεζέδες και κρασιά κα οι σούβλες παραδίπλα
να γυρνάνε τα σφαχτάρια ,για νάναι όλα έτοιμα οταν θα τέλειωνε ο κούρος.
Για το γλέντι, για το φαγοπότι, για το χορό, για το τραγούδι.
Ερχόντανε το σούρουπο ,άρχιζε η μέρα να γέρνει ,
τα κλαρίνα βραχνιάζανε κι' έφτανε η ώρα του αποχωρισμού,
πάλι με φωνές και πειράγματα και με ευχές ,αληθινές ,γνήσιες..
-Άντε και του χρόνου ..καλό αντάμωμα..
Στήν αυγή της ζωής μου ,στα μικράτα μου, πρόλαβα έναν άλλο κόσμο,
που παλεύει ακόμη, να κρατήσει μια πιθαμή γης με χορτάρι,
με μυρουδιές κι'αρώματα και σημεία αναφοράς .
Σαν την ελιά μας τη πανήψυλη, τη γέρικη, με το πλατύ τον ίσκιο,
που παραφυλούσε άγρυπνη ,πάνω απο΄το σπιτικό μας ,
εκεί που άρχισα ,τα μεσημέρια παρέα με το τζίτζικα,
να πιάνω μολύβι και χαρτί , για να παω σχολείο και τα είχα όλλα έτοιμα
και τσάντα και τετράδια και μολύβια ..
σημ...Απόσπασμα απο το.. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου