Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Μικροί καιροί μεγάλες λεύκες

Μικροί καιροί. Mίκρυναν ακόμη και οι μέρες του καλοκαιριού .
Τα καφενεία ερήμωναν νωρίς , μόλις σουρούπωνε
Οι δρόμοι άδειαζαν και μόνο καληνύχτες άκουγες.
Δυνατές ,στεντόρειες σαν να ήθελαν να δηλωθούν.
-να τώρα πάμε σπίτι.
Ακόμη και τα ζωντανά ένοιωθαν τη μαυρίλα
Μεταβολίστηκαν . Αλλάξανε το βιολογικό τους κύκλο.
Ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού και βοσκούσαν
και πριν σουρουπώσει σταυλίζονταν , αφού
ποιος νοικοκύρης τολμούσε να μπει αργά στο χωριό .
...
Η Χούντα μια επταετία ολάκερη,
κατάργησε κάθε ανθρώπινο και δημοκρατικό δικαίωμα.
Λογόκρινε, στιγμάτιζε, παραπληροφορούσε.
Βίαζε σάρκες και ψυχές.
Φίμωσε τον ανθό της διανόησης
της προσφοράς, της κοινωνικής αλληλεγγύης
και στέρησε χρόνια, ανάπτυξης και πολιτισμού.
Κείνα τά χρόνια δεν θυμάμαι αν χαιρόμουν.
Θυμάμαι μόνο μια μελαγχολία και μια μοναξιά.
...
Μόνον οι λεύκες, οι λεύκες στην ακροποταμιά του Αχελώου,
ψήλωναν και καμάρωναν, στολισμένες με τις αηδονοφωλιές τους,
κρεμασμένες στο πιο ψηλό κι‘ ακριανό κλαδί .
Eκεί αντάμα με τα αηδόνια, τα μεσημέρια,
παίρνοντας παραμάσχαλα τα μολύβια και τα χαρτιά μου,
τσοπανόπουλο, αφού μικρό παιδί, δεν μπορούσα να προσφέρω αλλού
γαλήνευα τη ψυχή μου, τραγουδώντας, χωρίς κανείς να με ακούει,
αφού αγέρας έπαιρνε τη λαλιά μου.
Κι‘ ο ποταμός, ο φίλος μου ποταμός,
ο άπονος, ο ληστρικός, ο ορμητικός,
που έντυσε στα μαύρα μανάδες,
με άφηνε να τον ακούω και να τον ζυγώνω.
Μα ποτέ δεν του έκλεψα σταγόνα, όσο κι‘ αν διψούσα.
...
Κρατούσα πάντα την ορμήνια της μάνας.
Αν βρέχει ποτέ κάτω από δέντρο.
Αν διψάς ποτέ για νερό στον Παλιοπόταμο.
....
Σημ..απόσπασμα απο το.. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου