Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Τα χρόνια μου τα παιδικά


Τα πρώτα χρόνια μου, τα παιδικά ,
τα θυμάμαι όπως θέλω εγώ,αποσπασματικά.

Ένα παγωτό , μια πορτοκαλάδα,
τις μέρες της κάψας ,του καλοκαιριού
ήταν πάντα καλοδεχούμενα , μα που να τα βείς
και ποιός να στα δώσει, χωρίς μια δραχμή στη τσέπη.
Τα χρέη του σπιτιού , είχαν φτάσει στα ύψη.
Τα χρόνια της αρώστιας του πατέρα ,
ρουφήξανε το όποιο μεδούλι είχε μείνει καί τώρα..
Η μάνα στην Αθήνα , στους γιατρούς.

Οί τιμές για τα ζωντανά ,το γάλα,το μαλλί
βυθισμένες στο Δέλτα του Αχελώου.
Η σοδειά αν δεν έμενε απούλητη,
έφευγε , χάνονταν στα χρέη. 
Η τράπεζα άρπαζε πρώτη τους τόκους και το μερίδιο της
κι' έμεναν οι φαμίλιες να φυτοζωούν.
Τι κι' αν είχαν ζωντανά και στρέματα.
Τι κι' αν δούλευαν ολημερίς.
Μια τράπεζα  ολοστρόγγυλη , που ιδρύθηκε με τα λεφτά μας,
σαν συμμορία και με του κράτους  τη βούλα
και με το κλεπτεπώνυμο Φίλη του Αγρότη,
ρουφούσε,άρπαζε, εκμαύλιζε, λεηλατούσε
κι' έπρωχνε στην αστυφιλία και τη μετανάστευση
ότι πιο δημιουργικό, ότι πιο παραγωγικό ,
διέθετε τούτος το τόπος . Τα νιάτα..

Τα πιτσιρίκια ,εμείς, ψάξαμε ,δασκαλευτήκαμε,
βρήκαμε το τρόπο μας  .
Με ένα κουβαδάκι στο χέρι ,σπυρί,σπυρί,
μαζεύαμε τα φασόλια που άφηνε η αλωνιστική μηχανή
και τα πουλούσαμε στο μπακάλη.
Ακόμα μαζεύοντας αλουμίνια και σίδερα
που τα δίναμε στους γύφτους.
Μα και τις πρόκες ακόμα που βρίσκαμε στις οικοδομές ,
τις ισιώναμε και τις πουλούσαμε.
Ίδια μυρμήγκια , ξυπόλητα και γυμνά.
Η πατούσα μας δεν έιχε μήτε φτέρνα ,
μήτε πιθαμή Αχίλειο και αν πατούσμε καμία πρόκα ,
μόνοι μας, με μια σανίδα, βαρούσαμε 
να βγεί το αίμα το μολυσμένο
και κατουρούσαμε τη πληγή.

Σημ..απόσπασμα  απο το ...ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΟΙ  ΔΡΟΜΟΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου