Ήλιε μ’ ,σαν βγεις και δεις κορμιά , κουφάρια αραδιασμένα ,
παλικαράκια αμούστακα να κείτονται στο χώμα ,
γέρους με λιανοντούφεκα και μ’ ασπρισμένα γένια
μανάδες να κρατούν παιδιά σε ματωμένους κόρφους
Μη πεις πως σκοτωθήκανε και γείρεις και τους κλάψεις
Και τρέξει δάκρυ ο ουρανός και σκοτεινιάσει η μέρα
Και σταματήσουν τα κλαριά άσπρους ανθούς να βγάζουν
Και μας βουρκώσουν τα πουλιά και πάψουν να λαλούνε
Και πάρει πίσω η άνοιξη κι’ρθεί πάλι χειμώνας
Μόνο να πεις απόκαμαν και γείρανε για ύπνο .
Όλη τη νύχτα πόλεμο ,τους βάρυνε η αγρύπνια
και γείρανε να κοιμηθούν , λίγο να ξαποστάσουν
με γυμνωμένο το σπαθί ,έτοιμοι να ορμήσουν.
Κι’ απέ να πάρεις τα βουνά , να βγεις στα κορφοβούνια
Και να το πεις στον άνεμο και κείνος στα λαγκάδια
Στράτες να πάρει να διαβεί σ’ όλη τη γης να φτάσει .
Έγειρε και κοιμήθηκε το δόλιο Μεσολόγγι .
Βγαίνει ο ήλιος και θωρεί στο πάνω κόσμο Άδη
Τηρά δεξά , τηρά ζερβά ,βλέπει παντού κουφάρια
Τηρά πιο πέρα το Πασά , όπου μονάχος λέει
Γιατί μωρέ γκιαούρηδες δε σκύβατε κεφάλι ?
Τι είναι αυτό που θέλατε και κείτεστε στο χώμα ?
Κι’ ο τόπος ερημώθηκε και γέμισε ο Άδης ?
Μη τάχατες το μάλαμα , μη τάχα το χρυσάφι ?
Εγώ να σας τα έδινα και σεις να προσκυνάτε.
Κι’ ένα παιδί , φτωχό παιδί , π’ απόμεινε μονάχο ,
να στέκει πάνω απ’ το κορμί της άψυχης της μάνας
σαν άκουσε τον Ιμπραήμ του απαντάει και λέει .
-Άκου να δεις μωρέ Πασά . Άκου να καταλάβεις .
Χίλια καλά και νάχαμε , του κόσμου τα ζαφείρια
κι’ όλης της γης το μάλαμα ,του Ρήγα το χρυσάφι
παλι θα πολεμάγαμε ,σαν έλειπε ετούτο
-Και ποιο είναι αυτό που έλειπε και που λαλιά σου δίνει
και δε φοβάσαι να μιλείς και μου αποκρένεις ?
-Η λευτεριά μωρέ Πασά , γι’ αυτό και δε φοβάμαι
να στέκω μπρος σου να μιλώ και να σου αποκρένω .
-Τι είναι μωρέ η λευτεριά π’ όλοι σας τσαμπουνάτε
κι’ όλοι γι’ αυτή σκοτώνεστε . παιδιά , γυναίκες ,άντρες ?
-Τι είναι ? ειν’αγερας .Αυτό που ανασαίνεις
σαν ο καθένας μόνος του στο τόπο το δικό του
ειναι κι’ αφέντης κι’ άρχοντας κι’αυτός τον διαφεντεύει
κι’αν ειναι πλούσιος η φτωχός τον ίδιον ήλιο βλέπει
-Τώρα τι νοιώθεις ? τι θαρρείς η μοίρα σου πως θαναι ?
-Ποια θα είναι η μοίρα μου , μήτε τη συλλογάμε
και τράβα τα ρετζάλια σου παράμερα από μένα
μονάχος μου θα καρφωθώ και με τους άλλους πάω.
Που τόκρυβε ? τ’ αγόρασε ?Της μάνας μήπως ήταν ?
Του τόδωκε τ’αδερφι του ?το βούτηξε από γύφτο ?
Ήταν δικό του τώρα πια κι’ ας ήταν και κλεμμένο
Και στα δικά του σωθικά έμελλε να το μπήξει
Μια δρασκελιά δε πρόκαμαν μήτε και να προλάβουν
Με το δεξί το κράτησε και στη καρδιά το μπήγει
Όπου καρτέραγε η φωτιά και σφάδαζε η λαχτάρα
Γραμματικός τα έγραφε κι’ ήλιος τ’ ακουρμαζόνταν
Κι’ άλλο δεν επερίμενε και στη κορφή σηκώθη
Λαμπρός ψηλά να τον θωρούν να βγει καινούργια μέρα
Να κελαηδήσουν τα πουλιά και τα κλαριά ν’ ανθίσουν
Μπροστά να πάρει η Άνοιξη η Λευτεριά να φθάσει
Γι’ δαύτο επολέμησε το δόλιο Μεσολόγγι
Σημ. Γράφτηκε πριν 35 χρόνια περίπου στά χρόνια του Λυκείου
και ακούστηκε πολλές φορές από τότε στις σχολικές γιορτές.
Ευχαριστώ τους Δασκάλους και τους μαθητές για την αποδοχή τους
Ευχαριστώ όμως και ιδιαίτερα το συμμαθητή μου το Σταύρο Σαράφη
που πρώτος το απήγγειλε με την βροντερή και μαγική φωνή του.
παλικαράκια αμούστακα να κείτονται στο χώμα ,
γέρους με λιανοντούφεκα και μ’ ασπρισμένα γένια
μανάδες να κρατούν παιδιά σε ματωμένους κόρφους
Μη πεις πως σκοτωθήκανε και γείρεις και τους κλάψεις
Και τρέξει δάκρυ ο ουρανός και σκοτεινιάσει η μέρα
Και σταματήσουν τα κλαριά άσπρους ανθούς να βγάζουν
Και μας βουρκώσουν τα πουλιά και πάψουν να λαλούνε
Και πάρει πίσω η άνοιξη κι’ρθεί πάλι χειμώνας
Μόνο να πεις απόκαμαν και γείρανε για ύπνο .
Όλη τη νύχτα πόλεμο ,τους βάρυνε η αγρύπνια
και γείρανε να κοιμηθούν , λίγο να ξαποστάσουν
με γυμνωμένο το σπαθί ,έτοιμοι να ορμήσουν.
Κι’ απέ να πάρεις τα βουνά , να βγεις στα κορφοβούνια
Και να το πεις στον άνεμο και κείνος στα λαγκάδια
Στράτες να πάρει να διαβεί σ’ όλη τη γης να φτάσει .
Έγειρε και κοιμήθηκε το δόλιο Μεσολόγγι .
Βγαίνει ο ήλιος και θωρεί στο πάνω κόσμο Άδη
Τηρά δεξά , τηρά ζερβά ,βλέπει παντού κουφάρια
Τηρά πιο πέρα το Πασά , όπου μονάχος λέει
Γιατί μωρέ γκιαούρηδες δε σκύβατε κεφάλι ?
Τι είναι αυτό που θέλατε και κείτεστε στο χώμα ?
Κι’ ο τόπος ερημώθηκε και γέμισε ο Άδης ?
Μη τάχατες το μάλαμα , μη τάχα το χρυσάφι ?
Εγώ να σας τα έδινα και σεις να προσκυνάτε.
Κι’ ένα παιδί , φτωχό παιδί , π’ απόμεινε μονάχο ,
να στέκει πάνω απ’ το κορμί της άψυχης της μάνας
σαν άκουσε τον Ιμπραήμ του απαντάει και λέει .
-Άκου να δεις μωρέ Πασά . Άκου να καταλάβεις .
Χίλια καλά και νάχαμε , του κόσμου τα ζαφείρια
κι’ όλης της γης το μάλαμα ,του Ρήγα το χρυσάφι
παλι θα πολεμάγαμε ,σαν έλειπε ετούτο
-Και ποιο είναι αυτό που έλειπε και που λαλιά σου δίνει
και δε φοβάσαι να μιλείς και μου αποκρένεις ?
-Η λευτεριά μωρέ Πασά , γι’ αυτό και δε φοβάμαι
να στέκω μπρος σου να μιλώ και να σου αποκρένω .
-Τι είναι μωρέ η λευτεριά π’ όλοι σας τσαμπουνάτε
κι’ όλοι γι’ αυτή σκοτώνεστε . παιδιά , γυναίκες ,άντρες ?
-Τι είναι ? ειν’αγερας .Αυτό που ανασαίνεις
σαν ο καθένας μόνος του στο τόπο το δικό του
ειναι κι’ αφέντης κι’ άρχοντας κι’αυτός τον διαφεντεύει
κι’αν ειναι πλούσιος η φτωχός τον ίδιον ήλιο βλέπει
-Τώρα τι νοιώθεις ? τι θαρρείς η μοίρα σου πως θαναι ?
-Ποια θα είναι η μοίρα μου , μήτε τη συλλογάμε
και τράβα τα ρετζάλια σου παράμερα από μένα
μονάχος μου θα καρφωθώ και με τους άλλους πάω.
Που τόκρυβε ? τ’ αγόρασε ?Της μάνας μήπως ήταν ?
Του τόδωκε τ’αδερφι του ?το βούτηξε από γύφτο ?
Ήταν δικό του τώρα πια κι’ ας ήταν και κλεμμένο
Και στα δικά του σωθικά έμελλε να το μπήξει
Μια δρασκελιά δε πρόκαμαν μήτε και να προλάβουν
Με το δεξί το κράτησε και στη καρδιά το μπήγει
Όπου καρτέραγε η φωτιά και σφάδαζε η λαχτάρα
Γραμματικός τα έγραφε κι’ ήλιος τ’ ακουρμαζόνταν
Κι’ άλλο δεν επερίμενε και στη κορφή σηκώθη
Λαμπρός ψηλά να τον θωρούν να βγει καινούργια μέρα
Να κελαηδήσουν τα πουλιά και τα κλαριά ν’ ανθίσουν
Μπροστά να πάρει η Άνοιξη η Λευτεριά να φθάσει
Γι’ δαύτο επολέμησε το δόλιο Μεσολόγγι
Σημ. Γράφτηκε πριν 35 χρόνια περίπου στά χρόνια του Λυκείου
και ακούστηκε πολλές φορές από τότε στις σχολικές γιορτές.
Ευχαριστώ τους Δασκάλους και τους μαθητές για την αποδοχή τους
Ευχαριστώ όμως και ιδιαίτερα το συμμαθητή μου το Σταύρο Σαράφη
που πρώτος το απήγγειλε με την βροντερή και μαγική φωνή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου