Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Τα παθήματα του ρέμπελου


****  Του ανηψιού μου του Χρηστάκη

Ήταν ψηλή, ήταν ξανθιά ,ήταν  γαλανoμάτα.
Στα μάτια σαν με κοίταζε γινόμουνα κομμάτια.
Πήρα το θάρρος μια βραδιά, λιγάκι να ενδώσω
Χωρίς καλά να το σκεφτώ τα δίχτυα μου ν’απλώσω

Τάδωσα όσα ήθελε
Ξανά πάλι και πάλι
Και το αυλάκι στέρεψε
Άδειασε το μπουκάλι

Τ’ άλλο πρωί ξυπνήσαμε, γυμνοί κι αγκαλιασμένοι.
Ξανά μανά απ΄ την αρχή..αυτή ήταν λυσσασμένη !
Άλλη φορά δεν την πατώ με τόση ομορφάδα.
Κάλιο με τη γειτόνισα κι΄ας τρώω  και φασολάδα

Τέτοια πολλά παθαίναμε  σαν βγαίναμε  τα βράδια.
Στα μπάρ που τριγυρνάγαμε ίδια σκυλιά ρημάδια  
Τώρα που καλογέρεψα   τα βράδια δε γυρίζω.
Έτσι λοιπόν την άραξα, και κλέφτικα  σφυρίζω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου