Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Ενα βιβλίο.μια ιστορία.

Όταν πριν δυο χρόνια περίπου , ένας φίλος και συγχωριανός μου ,μου χάρισε
το βιβλίο του Θόδωρου Ταμπούρα , ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ , μετά τη  πρώτη,
τη γρήγορη ματιά , το ακούμπησα στο γραφείο  και έμεινε εκεί.
Με το καιρό ,άλλα βιβλία, χαρτιά και περιοδικά ήρθαν και το σκέπασαν.
Το καταχώνιασαν, λες σαν απο ζήλεια και ανταγωνισμό για κεκτημένο χώρο.
Μα ο φίλος δεν ξέχασε  και ήθελε να μάθει.
- Έλα το διάβασες ?
-Όχι.. πέρα απο μια πρώτη ματιά που έριξα όταν το έφερες ,οχι δεν το διάβασα.
-Και τι είδες σαν πρώτη ματιά ?
- Ονόματα ,δέντρα , κλώνους , φαμίλιες .
-Οχι ρε συ , δεν είναι αυτό απλά μόνο , λάθος κάνεις.
-Καλά σου υπόσχομαι να το διαβάσω κι' έπειτα τι βιάζεσαι ?
ενα βιβλίο μπορεί να περιμένει ,ούτε γυναίκα είναι, ούτε περιοδικό ,
ούτε εφημερίδα, θέλει το χρόνο  του. 
 ...
Χρόνο όμως και ησυχία για να διαβάσεις ενα βιβλίο , όπως του πρέπει ,
έχεις μόνο τα μεσημέρια του καλοκαιριού ,
όταν σκάει ο τζίτζικας και λιμνιάζουν οι ώρες και τι νύχτες.
Τίς νύχτες όμως πόσο να αντέξουν τα βλέφαρα να μένουν ξάγρυπνα
σαν ορθάνοιχτες καγκελόπορτες κι' όταν μάλιστα αρχίζουν και γέρνουν
τότες είναι που την άλλη μέρα δε θυμάσαι τίποτα.
Έτσι αποφάσισα να το πάρω μαζί μου στις διακοπές.
Μάλιστα για να μη το ξεχάσω , λίγες μέρες πρίν το έστησα στο τραπεζάκι του χολ.
- Τί θέλει εδω το βιβλίο, ήταν η παρατήρηση της κυρίας, γραφείο δεν έχεις ?
- Άστο κει , έχω το λόγο μου.
Έτσι λοιπόν ήρθε και κείνου η ώρα του να βγεί στο πηγαιμό για το καράβι νυχτιάτικα
και να λουστεί το πρωινό φως του ήλιου , στο λιμάνι , στα Χανιά , στη Κρήτη.
Τις  πρώτες μέρες στο ξενοδοχείο ,ούτε που το άγγιξα,
απλά αγνάντευε και κείνο , μαζί μου το πέλαγος.
Μια  μέρα όμως , ήρθε ο καιρός να πάρει τη σειρά του και την εκδίκηση του
και η πρόταση ήταν απλή  κα έξυπνη.
-Χριστιανέ μου αφού το πήρες μαζί σου γιατί δε το ανοίγεις?
Μα πως να διαβάσεις έτσι που κάθεσαι κουμπωμένος στη καρέκλα.
Σήκω , τραβήξου απο κεί ,να μη σε χτυπάει η αντηλιά.
Κάτσε εδω στη πολυθρόνα . Άντε όλα εγω πρέπει να τα σκέφτομαι.
... 
Αυτό ήταν .Τώρα βολεύτηκα . Τώρα δεν είχα καμιά δικαολογία.
- Τώρα μικρέ μου  ασπρόμαυρε φίλε , είπα μέσα μου , τώρα οι δυο μας.
Μα πρίν ξεκινήσω έστειλα ένα μήνυμα.
- Μην με ενοχλήσεις καθόλου, τώρα διαβάζω το βιβλίο σου.
Όταν το τελειώσω θα σε καλέσω εγω.
...
Με δυο μεσημεριανές διακοπές για φαγητό,
δίπλα στο εστιατόριο του Σήφη , όπου και κει το έσερνα μαζί μου
επιτέλους το ξετίναξα .
Δεν άφησα λέξη για λέξη , να μη την μετρήσω ,
να μην αναρωτηθώ, να μην τη ψάξω.
Ο Σήφης μάλιστα , με το τρελογιατρό το φίλο του, που όταν δεν είχε βάρδια ,
 βοηθούσε στο σερβίρισμα, το σεβάστηκαν  και σαν να το ήθελαν κιόλας.
-Μη χαμπαρίζεις τίποτα ,εσύ διάβαζε , έπειτα μέχρι νάρθουν τα φαγιά , έχεις χρόνο.
-Κύριε Σήφη να φάμε ήρθαμε ,οχι να κάνουμε φιλολογική επίσκεψη.
-Καλά κυρά  μου έρχονται, έφτασαν, μη μου κακιώνεις
-Άκου , κυρά μου.. καλά εσύ δε μιλάς ? 
Σιγά μη μιλούσα , άλλη όρεξη δεν είχα.
 ...
Το απόγευμα έκρινα πως έπρεπε να ενημέρωσω
πως η ανάγνωση έλαβε τέλος και πως τα συμπεράσματα είχαν βγεί.
Έκανα λοιπόν μια αναπάντητη και άναψα τσιγάρο.
Σε λίγο ήρθε η απάντηση αφού πρώτα αγνόησα μια βιντεοκλήση.
-Έλα γιατί δεν απάντησες τη βιντεοκλήση ?
- Γιατί εδω που είμαι δε γουστάρω να βλέπω τη φάτσα σου.
- Α.. μάλιστα   τι έγινε ,το τέλειωσες ?
- Οχι απλά το τέλειωσα , το ξετίναξα ..
-Ωραία σε ακούω , τι λές ?
-Για το συγγραφέα πρώτα θελεις η για το ίδιο το βιβλίο ?
- Οτι θες εσύ.
-Ωραία πρώτα για το συγγραφέα. Ο άνθρωπος αυτός έβαλε το μεράκι του,
τη καρδιά του την ίδια , το μυαλό του. Ξόδεψε ατέλειωτο χρόνο ,
κουράστηκε, έσβησε και ξανάγραψε ,έψαξε σε αρχεία,
κατέγραψε μαρτυρίες,και το κυριότεο έκανε κάτι , που εγώ και σύ
δε θα τολμούσαμε ποτέ ούτε καν να το ξεκινήσουμε .
-Πάμε τώρα στο βιβλίο  , τι σου λέει ?
-Σε ταξιδεύει σε δρόμους και σοκάκια .Δρόμους και σοκάκια ,
που τέμνονται , που συναντιούνται,με χρώματα και μυρουδιές,
με θύμισες αλλοτινές, με εικόνες , με σμιλεμένο  και σωστό λόγο ,
και το κυριότερο είναι αυτό που είπες .
Δεν έιναι απλά μια καταγραφή του γεννεολογικού δέντρου του χωριού
Είναι μια κατάθεση ψυχής.
-Είδες που είχα δίκιο ?
- Ναι .. μια φορά είχες και συ δίκιο.
- Ρε παλιογωιστή γιατί δε λές την αλήθεια ?
Τόσο καιρό δεν το άνοιγες μόνο και μόνο επειδή σου το χάρισα εγω. 
- Οχι ακριβώς , ήθελα το χρόνο μου,
ήθελα και κείνο να παλιώσει ,να βγάλει τις μυρουδιές του .
- Ναι καλά σε πιστέψαμε ..
-Άκου τώρα , έχω δυο δουλειές για  σένα ..
-Το περίεργο θα ήταν να μην είχες
-Πρώτον επειδή με κουράζουν οι επιστροφές , θέλω όταν γυρίσουμε
να είσαι στο λιμάνι να μας παραλάβεις.
-Άλλο ?
- Να βρείς ενα ακόμη αντίτυπο του βιβλίου.
-Για  ποιόν ?
- Για μένα
- Γιατί το δικό σου τι έγινε ?
- Το χάρισα
- Σε ποιόν ?
-Στο Σήφη
- Ρε κάθαρμα χάρισες το βιβλίο που σου χάρισα ?
-Άκου φίλε  μου.
Τα βιβλία δεν είναι γυναίκες να μαγαριστούν
ούτε αυτοκίνητα να τρακάρουν
ούτε μπιμπελό να σπάσουν
ούτε και ρούχα να παλιώσουν.
Και χαρίζονται και δανείζονται.
Και σε παρακαλώ μη ξεχαστείς και να είσαι στη ώρα σου στο λιμάνι όταν γυρίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου