Παράξοξα κι’ αληθινά /τρυπώνουν στα όνειρα μου
Και με μουσκεύουν ίδρωτα /νοτίζουν τη καρδιά μου.
Και με ξυπνούν χαράματα/και με βαρύ κεφάλι
Και αναζητώ τριγύρω μου/να δώ που είναι οι άλλοι.
Και ψάχνω μες τη θύμιση/τι πρέπει να κρατήσω
Τη κόλαση που ήμουνα /ή που ξαναήρθα πίσω. ?
Κόλαση είμαι μονάχος
μα βολεύει νάναι οι άλλοι.
Δε φταίω πούμεινα μικρός .
Φταίει το άδειο μου κεφάλι .
Όταν η μέρα μου χαράξει /πίνω ένα βαρύ καφέ.
Κι ότι είδα στο όνειρο μου/λέω πως ήτανε εφέ
Κι αφού τσιτώσω τη καρδιά μου/παίρνω πάλι αμπάριζα.
Ξεχύνομαι στη αγορά/μπαίνω στα μικρομάγαζα
Μα Κυριακή στην εκκλησιά/όταν ακούω Δευτέρα..
Θυμώνω που δεν τόλμησα/να δω και παραπέρα .
Κόλαση είμαι μονάχοςς
μα βολεύει νάναι οι άλλοι
Δε φαίω πούμεινα μικρός ,
φταίει το άδειο μου κεφάλι.
Και με μουσκεύουν ίδρωτα /νοτίζουν τη καρδιά μου.
Και με ξυπνούν χαράματα/και με βαρύ κεφάλι
Και αναζητώ τριγύρω μου/να δώ που είναι οι άλλοι.
Και ψάχνω μες τη θύμιση/τι πρέπει να κρατήσω
Τη κόλαση που ήμουνα /ή που ξαναήρθα πίσω. ?
Κόλαση είμαι μονάχος
μα βολεύει νάναι οι άλλοι.
Δε φταίω πούμεινα μικρός .
Φταίει το άδειο μου κεφάλι .
Όταν η μέρα μου χαράξει /πίνω ένα βαρύ καφέ.
Κι ότι είδα στο όνειρο μου/λέω πως ήτανε εφέ
Κι αφού τσιτώσω τη καρδιά μου/παίρνω πάλι αμπάριζα.
Ξεχύνομαι στη αγορά/μπαίνω στα μικρομάγαζα
Μα Κυριακή στην εκκλησιά/όταν ακούω Δευτέρα..
Θυμώνω που δεν τόλμησα/να δω και παραπέρα .
Κόλαση είμαι μονάχοςς
μα βολεύει νάναι οι άλλοι
Δε φαίω πούμεινα μικρός ,
φταίει το άδειο μου κεφάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου